Οι πορτοκαλιές της Πλαταριάς

πορτοκαλιές

Μόνο τέσσερις
πορτοκαλιές υπήρχαν  στην Πλαταριά στα
παιδικά μου χρόνια.. Οι δύο ήταν ξερικές και οι άλλες δύο ποτιστικές . Κάθε μία
έχει τη δική της ιστορία και τη δική της θέση στην   καρδιά, στην ψυχή μου..  Θα σας μιλήσω λοιπόν χωριστά για την κάθε
μια..

 Η μία από τις ξερικές  ήταν στο παλιό χωριό στην αυλή του σπιτιού
του « Τάση Πέτρου» [ Αναστασίου Πέτρου Ζαφείρη]. Ήταν στη γειτονιά μου. Μεγάλη
αλλά αδύναμη , ταλαιπωρημένη , με ξερή φλούδα, αφού δεν ποτιζόταν συχνά.
Τα  καλοκαίρια τα φύλλα μαραίνονταν.. Τα
πορτοκάλια της ήταν μικρά και ξινά και 
δεν είχαν  το καθαρό  χρώμα του πορτοκαλιού, αφού δεν είχαν την
φροντίδα που έπρεπε. Ωστόσο η« Τάσενα»[ η κυρία 
Ουρανία  γυναίκα του Τάση Πέτρου],
η κόρη της η Φωτεινή και οι « άλλες γυναίκες του σπιτιού» την πότιζαν όσο
μπορούσαν με νερό που κουβαλούσαν από τη βρύση 
με τις βαρέλες [ με μπουτσέλι] φορτωμένες στην πλάτης τους  και ας ήταν 
απότομος ανήφορος. Η πορτοκαλιά λες και 
ήθελε να τις ευχαριστήσει κάθε χρόνο « έκανε πορτοκάλια». Αργότερα που ο
Τάση Πέτρος αγόρασε τη μεγάλη γομάρα, που είχε μποϊ αλόγου και κρατούσαν τα
κότσια της το νερό ήταν περισσότερο και συχνότερο. Έτσι και η πορτοκαλιά πήρε
τα πάνω της .

 Θυμάμαι πόσο όμορφα  μύριζαν τα λουλούδια της καθώς περνούσαμε από
κοντά της για να πάμε σχολείο ή όταν μαζευόμαστε στην πλατεία «Γκούρι» για να
παίξουμε ή όταν περνούσαμε για το Πρόϊ – Τζιάλο.. Ακόμη  στα αυτιά μου 
έχω τον βόμβο, τον ήχο  των
μελισσών. Πήγαιναν από λουλούδι  σε
λουλούδι με τη σειρά, με υπομονή και επιμονή κάνοντας διπλή δουλειά, όπως μας
έλεγε και ο δάσκαλος στο σχολείο. Μάζευαν την τροφή τους και γονιμοποιούσαν,
ζευγάρωναν τα … λουλούδια.. Ξέραμε πως 
όσο περισσότερα λουλούδια είχε 
και περισσότερες μέλισσες μαζεύονταν τόσο  μεγαλύτερη θα 
ήταν η σοδειά της « Τάσενας».

 Τα πορτοκάλια ήταν η μεγάλη χαρά μας.. Ένα
,δύο, άντε τρία πορτοκάλια.. Και το καταπληκτικό ήταν ότι ποτέ κανένα από τα
παιδιά δεν έκλεβε.. Και γιατί να κλέψει ,αφού ξέραμε πως όταν έλθει  η ώρα 
η « Τάσενα» ήξερε τι έπρεπε να κάνει, ήξερε τη δουλειά της.. Γέμιζε την
ποδιά της πορτοκάλια και μας έδινε καθώς περνούσαμε για το σχολείο ή καθώς
γυρνούσαμε. Όλοι από ένα για να φθάσουν, για να έχουμε και  για άλλη μέρα. Εκείνο  όμως που με συγκινούσε περισσότερο ήταν
όταν  τα 
πήγαινε η ίδια  σε κάθε γειτόνισσα
. Τα έβαζε  στην ποδιά και καθώς έμπαινε
«στην  ποριά» έλεγε στη μάνα μου : «
Ζωννιι  σόλα ντι νερ΄ντζα πρ ντιέλμ» [
Κυρά  έφερα δύο πορτοκάλια για τα
παιδιά]. Το ίδιο έκανε για τα παιδιά όλης της γειτονιάς.

 Και εμείς τα παιδιά κάναμε μεγάλες χαρές..Ποτέ
οι μανάδες δεν τα έτρωγαν. Τα κρατούσαν για μας τα παιδιά..Τα καθαρίζαμε
γρήγορα-γρήγορα και έτρεχαν τα σάλια μας..Χωρίζαμε τις φέτες, τις κόβαμε στα
τρία  με το μαχαίρι  , τα τοποθετούσαμε στο πιάτο και ρίχναμε
λάδι. Ψέναμε  ψωμί στα κάρβουνα και
τρώγαμε ψωμί με ποροτοκάλι στο λάδι..Το λάδι, λέει, έκοβε την ξινίλα του
πορτοκαλιού. Και όμως ήταν νόστιμο, νοστιμότατο ή έτσι μας φαινόταν..Έτσι με
ένα πορτοκάλι τρώγαμε κανονικά.. Το… 
μαγειρεύαμε  και  μας χόρταινε αφού τρώγαμε ψωμί, λάδι και
πορτοκάλι μαζί…

 Η φλούδα του πορτοκαλιού ήταν  ψιλή  .
Η  σάρκα στεγνή , με αισθητές τις ίνες
και λίγο ζουμί..Καταλάβαινες αμέσως ότι 
ήταν από τα πορτοκάλια της « Τάσενας …του Τάση Πέτρου». Τις φλούδες
δεν τις πετούσαμε, ούτε τα κουκούτσια..Παίζαμε στη « φωτιά» [τζάκι]..Τις    κόβαμε σε τετραγωνικά ή ορθογωνικά κομμάτια .
Πλησιάζαμε τη φωτιά και πάνω σε μικρές φλόγες  
την πιέζαμε   με το κίτρινο προς
τη φωτιά και το « σπίρτο» που είχε ενίσχυε την φλόγα. Νικητής ήταν όποιος «
άναβε την μεγαλύτερη φλόγα». Μετά τις 
πετούσαμε να καούν στην καρδιά της φωτιάς. Τα κουκούτσια  τα χρησιμοποιούσαμε προκειμένου … να  δούμε «αν θά κάνει παιδί [αγόρι]  ή κοπέλα 
η γειτόνισσα  ,η ξαδέλφη ή αν θα
κάνει σερνικό η θηλυκό η γελάδα ή γίδα». Ανοίγαμε λοιπόν λίγο τόπο στην  « βάτρα» [ υπερυψωμένη βάση για τη
φωτιά]  και στην άκρη για να μη καίει
πολύ. Φυσάγαμε και την στάχτη και ακουμπούσαμε τα κουκούτσια..Αν λοιπόν το
κουκούτσι ….« πηδούσε» [ μετακινόταν] 
θα ήταν παιδί [αγόρι] για την γυναίκα και σερνικό για το ζώο. Αν όμως
έμενε ακίνητο και… καιγόταν   θα ήταν
αντίστοιχα κοπέλα και  θηλυκό….

 Η άλλη ξερική πορτοκαλιά ανήκε στην οικογένεια
Τζίμα. Ήταν στο δρόμο που οδηγούσε στο σχολείο. Ανάμεσα στα τότε σπίτια του
Τζίμα και του Μήτσιου Τόλη [ Δημητρίου Αποστόλου Δημητρίου]. Ήταν αρκετά μεγάλη.
Κάρπιζε περισσότερα πορτοκάλια από αυτήν της Τάσενας και είχε καλύτερα
πορτοκάλια, γιατί την πότιζαν πιο συχνά, αφού το σπίτι ήταν πιο κοντά στη βρύση
και σε ίσιο δρόμο .Περνούσαμε δύο φορές την ημέρα . Το πρωί και το μεσημέρι που
σχολούσαμε.. Στη γωνιά του κήπου 
στέκονταν η «Ντάντω» [ Αικατερίνη 
Τζίμα]. Μαυροφορεμένη από τότε που σκότωσαν τον αδελφό της « Ντίνε
Τζίμα» [ Κων/νο Τζίμα] οι  αλβανοτσάμηδες
στο κάμπο στα « Ξήρα» και με το τσεμπέρι στο κεφάλι , συνεχώς έγνεθε…
Στεκόταν  στον φράκτη όρθια και περίμενε
να περάσουμε για να μας δώσει πορτοκάλι. Τα είχε στην ποδιά της .Δεν μπορούσες
να φανταστείς ότι είχε κομμένο το  πόδι
της  και στεκόταν τόση ώρα με το ένα
χωρίς  πατερίτσα ή μπαστούνι. Έμεινα
κατάπληκτος όταν κάποια μέρα  πλησίασα
στο φράκτη και απλώνοντας τα χέρια  μας
διαπίστωσα πως είχε ένα πόδι. Σοκαρίστηκα. Είναι ένα γεγονός που με σημάδεψε. Από
τότε δεν την ξέχασα ποτέ μου. Και δεν ήταν από τα πορτοκάλια.  Σε μία από τις τέσσερις εκθέσεις φωτογραφίας
που έκανα   είχα βάλει μία  φωτογραφία της Ντάντως. Ήθελα να την τιμήσω ,
να την ευχαριστήσω για  ….. πορτοκάλια,
για την αναπηρία της. Απόρεσαν όσοι την είδαν. Δεν είχα  αποκάλυψα σε κανένα  το μυστικό μου..

 Τις άλλες δύο ποτιστικές πορτοκαλιές είχε ο «
Μήτρο Αρσένης » [ Δημήτριος Αρσενίου Παππάς] στο μπαξέ που ήταν κάτω από την
παλιά βρύση του χωριού. Τα νερά όλα περνούσαν δίπλα και έτσι τις πότιζαν εύκολα
,αλλά και οι ίδιες οι πορτοκαλιές είχαν τις ρίζες τους πολύ κοντά στο νερό. Οι
πορτοκαλιές ήταν μεγάλες, με πράσινα σκούρα 
φύλλα, όλο υγεία .Τα πορτοκάλια μεγάλα, χοντρόφλουδα με εκείνο το «
πορτοκαλί χρώμα των πορτοκαλιών,  το
χρυσοκίτρινο», έτσι  σαν  στρογγυλές χρυσές  κρεμασμένες μπάλες  στα κλαδιά 
τους. Ο μπαξές  του « Μήτρου
Αρσένη» είχε μία «ποριά» [ είσοδο] προς τη βορεινή πλευρά, προς τη βρύση που
έκλεινε με  ένα μεγάλο κλαδί «γκοριτσιάς»
[άγρια αχλαδιά] που είχε αγκάθια. Όταν λοιπόν πλησιάζαμε κόβαμε το βήμα
μας    ξεροβήχαμε ή  κουβεντιάζαμε δυνατά για να ακούσουν οι….
νοικοκυραίοι, αφού τα καλάμια μας εμπόδιζαν να δούμε μέσα.   Καθυστερούσαμε  μέχρι να ακούσουμε το θόρυβο του ανοίγματος
της ποριάς. Όταν ήταν μέσα η γιαγιά Αλεξάντρα, η μάνα του  Μήτρου ήταν σίγουρο πως θα φώναζε από μόνη
της : « Χάιντε ν πορέ τ τ  γιάπ  νερρντζ» [ έλα στην ποριά, στην είσοδο να σου
δώσω πορτοκάλι]. Το ίδιο έκανε και η « Γεράσλια» [ Βασιλική Γερασίμου Παππά και
μητέρα του Σπύρου, Κοσμά και Ευκλείδη Παππά]. Ο Μήτρος ό ίδιος σπάνια έδινε.
Όταν καταλαβαίναμε ότι ήταν αυτός φεύγαμε αμέσως…. Η γιαγιά ήταν ένας υπέροχος
άνθρωπος. Είχε τσέπες  στο φουστάνι της.
Πάντα κάτι είχε να μας φιλέψει όταν παίζαμε στην αυλή της. Μας έδινε αμύγδαλα,
καρύδια, σύκα ξερά, συκομαϊδα και πορτοκάλια.

 Έτσι λοιπόν τρώγαμε από δύο-τρία πορτοκάλια.
Αν όμως δεν κάρπιζαν μας έλεγαν  να…..
περιμένουμε του χρόνου… Και περιμέναμε πάλι την άνοιξη , για να δούμε πόσα
λουλούδια είχαν, πόσο καρπό κράτησαν. Ένα χρόνο να περιμένεις για ένα ή δύο ή
τρία  πορτοκάλια. Από εκείνες τις
πορτοκαλιές υπάρχει σήμερα μόνο της « Τάσενας». 
Την παρακολουθώ,  την επισκέπτομαι
όταν πηγαίνω στο χωριό..Όταν έχει καρπό  
και έχει πορτοκάλια δεν κόβω .Περιμένω την παλιά γειτόνισσα να μου δώσει
η ίδια , όπως τότε. Δεν τα τρώω.Τα κρατώ, τα παίρνω μαζί νου στην Αθήνα.Τα
αφήνω στο τραπέζι και όσο κρατήσουν. Και πράγμα περίεργο δεν σαπίζουν. Απλά
μαραίνονται….. μαραίνονται… μαραίνονται

Θα ζητήσω από την «
Τάσενα» να μου διηγηθεί την ιστορία της πορτοκαλιάς της. Πότε και ποιος την
φύτεψε, από που την έφεραν…. Θα την βγάλω και φωτογραφία να υπάρχει..  

 Την πορτοκαλιά της Ντάντως δεν ξέρω αν
ξεράθηκε ή την ξερίζωσαν για να κτίσουν σπίτι…     Οι πορτοκαλιές του μπαξέ ξεράθηκαν μου
είπε ο Σπύρος  Γερασίμου  Παππάς. Πεθαίνουν λοιπόν και τα δέντρα ή πιο
σωστά ξεραίνονται.

  Πλαταριώτισσες πορτοκαλιές αγαπημένες…

About Χρήστος Ευαγγέλου