Λουλούδια στα πλαταριώτικα παράθυρα

λουλούδια στα πλαταριώτικα παράθυρα

Ανέβηκα , πήγα ξανά στο παλιό χωριό. Ερημιά παντού. Περισσότερη από την προηγούμενη φορά. Γκρεμισμένα σπίτια. Έτσι σαν ανοικτοί πέτρινοι τάφοι με νεκρούς  όλους αυτούς που αγάπησα . Οι   στέγες πεσμένες. Χάσκουν τα  παράθυρα. Αχ αυτά τα παράθυρα. Μοιάζουν  με ανοιχτά στόματα χωρίς δόντια , με μεγάλα μάτια τυφλωμένα. Αχ αυτά τα παράθυρα με   τα κάγκελα , έτσι σαν φυλακές. Πώς να τα ξεχάσω ;  Θυμάμαι όλα τα σπίτια. Το καθένα με τα παράθυρά του. Καημός  ήταν πως το δικό μου δεν είχε παράθυρα. Θυμάμαι  όλα τα παράθυρα.  Ποια παράθυρα ήταν  προς το νότο,  προς τη θάλασσα. κατά τον Μύλο, προς την ανατολή , κατά την εκκλησία των Ταξιαρχών, κατά «το λάκο   του Τζιάλου» , προς τη δύση , κατά την Κέτα, κατά την Κέρκυρα και προς βορά κατά το « Πούσι Αράπη», κατά  το « Ζουμπρί».

Θυμάμαι πως  όλα παράθυρα είχαν  παραθυρόφυλλα   από σανίδια και ένα δύο είχαν και εσωτερικά
φύλλα  με τζάμι. Εξωτερικά κάτω από την
ποδιά του παραθύρου  δύο πέτρες όμορφα
πελεκημένες  προεξείχαν όχι μόνο για
ομορφιά ,αλλά  και για τα λουλούδια.  Έβαζαν μία σανίδα ή ξύλα κοντά το ένα στο άλλο
για να ακουμπούν  γλάστρες με τα
λουλούδια. Ποιες γλάστρες, ποια λουλούδια ; Κουτιά από   χαλβά εκείνης της εποχής, παλιές κατσαρόλες
που δεν μπορούσαν πια να τις  γανώσουμε,
σπασμένα «μπότια» [ στάμνες] ή άλλα κουτιά από « την ΟΥΝΤΡΑ[;]»  [Αμερικανική βοήθεια]. Για να φεύγει το νερό
ανοίγαμε τρύπες με κανένα παλιό καρφί που τύχαινε να έχουμε ή με την μύτη του
μαχαιριού ή σκαλιστηριού ή    την άκρη
του τσεκουριού. Όλες οι « γλάστρες » ήταν βαμμένες με ασβέστη. Βάψιμο , το
βάψιμο κάθε καλοκαίρι, ασβέστη, τον ασβέστη γινόταν ένα παχύ στρώμα που τον
χειμώνα με τις βροχές  μούλιαζε και
έπεφτε..  

Λουλούδια ; Μολώχες
[ γεράνια],  λουλούδι των Γιαννίνων [
κατιφέδες], λειρί του κόκορα [ λιάπς κοκόση], μπαρμπαρόζα, μπιγονιές, τηλέγραφο
και βασιλικούς…  Όποιο σπίτι είχε
λουλούδια  στα παράθυρα  είχε και κορίτσια ανύπαντρα. Και κάθε κορίτσι
ανύπαντρο  είχε  στο παράθυρό του λουλούδια.

Και αφού το σπίτι
μου δεν είχε παράθυρα πώς να έχουμε λουλούδια ; 
Τα λουλούδια που φύτευε η αδελφή μου  ήταν « κατά γης», τα έτρωγαν οι κότες. Ωστόσο
πάντα βάζαμε βασιλικό. Αχ, αχ αυτός ο βασιλικός είναι το λουλούδι μου. Στον
τοίχο λοιπόν «  του κονακιού» [ εξωτερική
…κουζίνα] που ήταν βέβαια ξερολιθιά « χώναμε» δύο ξύλα στις τρύπες και εκεί  τοποθετούσαμε τη σανίδα και ακουμπούσαμε τα
λουλούδια μας.  Ήταν ντροπή  για την οικογένεια να μην έχει λουλούδια.

Και το πότισμα των
λουλουδιών ; Δεν υπήρχε νερό  μέσα στο
χωριό. Η βρύση ήταν μακριά. Τα κορίτσια το μετέφεραν στην πλάτη τους , φορτωμένες
τις βαρέλες. Ήταν ανήφορος, δύσκολος, απότομος. 
Τι σημασία είχαν όλα αυτά. Η βρύση ήταν τόπος συνάντησης, μία ανάσα ,
μία ευκαιρία να βγουν από το σπίτι, να δουν «έναν άνθρωπο » να ανταλλάξουν μία
καλημέρα. Και ποιος ξέρει μπορεί να συναντούσαν ένα αγόρι και  να φανερώσουν με ένα βλέμμα,  μία ματιά, ένα νεύμα  . Ήξεραν πως τα αγόρια θα περνούσαν από το «
δρόμο της βρύσης» σκόπιμα για να δουν τα κορίτσια. Ίσως από εκεί να
ξεκινούσε  ένα αίσθημα κρυφό…

Για να κάνουν
οικονομία στο νερό τοποθετούσαν τις γλάστρες στη σκάφη   ή στο καζάνι που έπλεναν τα ρούχα και
χρησιμοποιούσαν το  ίδιο νερό για να
ποτίσουν όλα τα λουλούδια.

Με ιδιαίτερη
συγκίνηση  θυμάμαι το βασιλικό της
ξαδέλφης μου  που έμενε στο Σκεπετό.
Είχαν ακόμη λιγότερο νερό, αλλά  είχε
πολλά λουλούδια. Κάθε καλοκαίρι οι βασιλικοί της ήταν υπέροχοι. Πράσινοι,
πράσινοι, μεγάλοι, φουντωτοί πλατύφυλλοι και σγουροί.  Πάντα  
μία από τις γλάστρες, ένας από τους βασιλικούς « ήταν του Χρήστου».  Αυτό το δώρο της μου το έδινε  σε όλα τα χρόνια του δημοτικού και του
Γυμνασίου. Ακόμη και όταν πήγα στην Αθήνα το έπαιρνα μαζί μου  ταξιδεύοντας με το λεωφορείο. Το είχα στο
δωμάτιό μου ή στο γραφείο στον ΟΤΕ κοντά στην Ομόνοια.  Όμως  
μετά από λίγες ημέρες ο βασιλικός μου μαραινόταν παρά τη φροντίδα μου.
Στεναχωριόμουν, δεν ήξερα τι να κάνω. Κατάλαβα ότι « δεν το σήκωνε το κλίμα, το
καυσαέριο της Αθήνας». Έτσι σταμάτησα . Δεν πήρα άλλη φορά βασιλικό . Το
περιποιόταν, το φρόντιζε η ξαδέλφη. Για όσα χρόνια έμεινε στο Σκεπετό κρατούσε
το βασιλικό μου. Μετά ήλθε και αυτή Αθήνα. Πήγα στο σπίτι της στο Σκεπετό .
Ερημιά, ερημιά , χόρτα, πεσμένη η στέγη. Στέκω μπροστά του. Κλείνω τα μάτια μου
και να το σπίτι ασπρισμένο, να τα παράθυρα με τα λουλούδια , να η Τούλα να
βγάζει το κεφάλι στο παράθυρο  στο κενό
που άφηναν τα λουλούδια..« Έλα μου είπε, έλα». Νόμιζα πως κάποιος  μου μίλησε .« Έλα ,μου είπε, έλα». Άνοιξα τα
μάτια, γύρισα να δω ποιος μίλησε. Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα με ένα κόμπο στο
λαιμό.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

Άλιμος  25 Ιουνίου 2019        

About Χρήστος Ευαγγέλου