Λαογραφία, ήθη, έθιμα, παράδοση, φολκλόρ

λαογραφία ήθη έθιμα παράδοση φολκλόρ

Λέμε  ότι μας αρέσουν τα ήθη και έθιμα του τόπου μας. Ακούμε να λένε  να προφυλάξουμε τις παραδόσεις  του χωριού μας. Διαβάζουμε  ότι ήλθαν φολκλορικά συγκροτήματα από την τάδε χώρα. Έχουμε, λέμε, στο χωριό μας λαογραφικό Μουσείο. Όμως γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι τα ήθη, τα έθιμα ; Γνωρίζουμε τι λέμε παράδοση ; Έχουμε κατανοήσει την έννοια της Λαογραφίας; Και φολκλόρ; Τι σημαίνει αυτή η ξένη λέξη την οποία ελληνοποιήσαμε ;

Ακριβώς επειδή τις λέξεις αυτές  συναντάμε  και θα τις συναντάμε στα διάφορα κείμενα  σκέφτηκα να γράψω λίγα λόγια ώστε  ο αναγνώστης να είναι ενήμερος για τις έννοες αυτών των λέξεων. Δεν μπορεί να λες και να γράφεις « τα ήθη και έθιμα»  και να μην γνωρίζεις τι είναι ήθη και τι έθιμα και ποια η διαφορά τους. Δεν μπορεί να λες« η  παράδοση του τόπου μας» και μην ξέρεις τι σημαίνει «παράδοση». 

Οι πληροφορίες  είναι παρμένες από την υπάρχουσα βιβλιογραφία στην οποία ανέτρεξα. Ελπίζω να βοηθήσουν τον αναγνώστη και να εμπλουτίσουν τις γνώσεις του, έστω και εγκυκλοπαιδικά.  

1 .ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Την  ονομασία «Λαογραφία» έδωσε  ο Νικόλαος Πολίτης , ο οποίος ήταν και ο επιστημονικός ιδρυτής της. Το 1919 ίδρυσε την «Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία» και το περιοδικό – όργανο της εταιρείας «Λαογραφία» . Στον πρώτο τόμο του περιοδικού έδωσε  τον ορισμό, το διάγραμμα της ύλης  και τους σκοπούς της νεοσύστατης επιστήμης.

Ο ίδιος  έλεγε ότι η λέξη «Λαογραφία» , την οποία χρησιμοποίησε για ονομάσει τη νέα εταιρεία,  ήταν σε χρήση και  στην αρχαιότητα, τουλάχιστον  από τους τελευταίους χρόνους της αλεξανδρινής  περιόδου, αλλά, βεβαίως, με διαφορετική σημασία. Τότε «Λαογραφία» λεγόταν  ο κεφαλικός φόρος  που κατέβαλαν άτομα  ηλικίας 14-50 ετών στην Αίγυπτο.  Ο Ιώσηπος Φλάβιος [Ιουδαίος ιστορικός και πολιτικός του 1ου αιώνα μ. Χ] την αναφέρει ως  « επί εκάστην κεφαλήν  εισφορά»  και στους παπύρους αναφέρεται « επικεφάλαιον» . Ο Άγγλος  William Thom  τον 1846 είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «folklore» και ήθελε να δηλώσει  με αυτόν τον όρο , μία νέα μάθηση  η οποία αναφερόταν  στις πίστες,  συνήθειες  κ.λπ των λαϊκών στρωμάτων.  Το όρο «Λαογραφία» είχε χρησιμοποιήσει και ο Ν.Πολίτης  κ ατά ανεπίσημο τρόπο το 1884.

Η λαογραφία εξετάζει  πολιτισμούς λαών οι οποίοι βρίσκονται  σε μία οπωσδήποτε  εξελιγμένη βαθμίδα . Κατ΄ αρχήν τους εξετάζει  σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχει δηλαδή ελληνική, αγγλική, γαλλική κ.λ.π λαογραφία.Η Λαογραφία υπερβαίνει  τα εθνικά όρια και επομένως δεν αποκλείονται διεθνείς συγκρίσεις. Γίνεται διεθνής συνεξέταση  και συνεργασία που πραγματοποιείται  π.χ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Άτλαντα  που έχει παρουσιάσει, ως τώρα,  τα γεωργικά εργαλεία και τις εθιμικές πυρές [π.χ φωτιές του άι Γιάννη, φωτιές που ανάβουν από περιοδικά κ.λ.π] ή στον τομέα των λαϊκών διηγήσεων , όπως  υπάρχει και χρησιμοποιείται  ο διεθνής κατάλογος  παραμυθιών και άλλων παρεμφερών διηγήσεων. Ο κύριος χαρακτήρας της λαογραφίας   είναι εθνικός :  αφορά κάθε φορά τον λαϊκό πολιτισμό κάθε χώρας.

Εκείνοι που χρησιμοποιούσαν τον όρο  φολκλόρ  είχαν στο νου τους μόνο μία τάξη την αγροτική ή έστω και ορισμένα χαμηλότερα στρώματα  γιατί τους ενδιέφεραν  ως ύλη λαογραφίας .  Και αυτά ήταν εκείνα μόνο που αποτελούσαν  επιβιώσεις παλαιών ή παλαιοτάτων  πολιτισμικών καταστάσεων. Αυτά εντοπίζονταν  στα πιο συντηρητικά  στρώματα του πληθυσμού  δηλαδή χωρικοί   και αμόρφωτοι χωρικοί.  Σήμερα ,όμως, η Λαογραφία  έχει καθολικεύσει το αντικείμενό της , ώστε η έννοια του λαού να έχει αποκτήσει  την πληρότητά της.  Η Λαογραφία είναι πια  πολυταξική και πολυστρωματική επιστήμη.  Υπάρχει εκτός από την αγροτική και αστική λαογραφία.

Για να αποτελέσει  λαογραφική σημασία μία  ενέργεια κ.λ.π  πρέπει οπωσδήποτε  να επαναλαμβάνεται , καθ΄ όμοιο τρόπο , να γίνει, ακριβώς, παραδοσιακή. Το γνώρισμα της ομαδικότητας  ήταν  και εξακολουθεί  να είναι βασικό  λαογραφικό στοιχείο. Τη λαογραφία ενδιαφέρουν πράξεις, έργα των οποίων οι φορείς είναι ομάδες.

Ο πολιτισμός ενός λαού αποτελεί το ερευνητικό αντικείμενο της λαογραφίας. Είναι λοιπόν μία τόσο περιεκτική έννοια που  μπορούμε να πούμε ότι  περιέχει τα πάντα. Σε αυτό οφείλεται  και ο εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός του ορισμού  του πολιτισμού.  Από τα λαογραφικά εγχειρίδια  που κυκλοφορούν  διαπιστώνουμε ότι  η λαογραφία εξετάζει τα πάντα. Σε ζητήματα που ανήκουν  σε διαφορετικές επιστήμες   όπως η Εθνομουσικολογία, η αρχιτεκτονική, η φιλολογία κ.λ.π τι απομένει για να ασχοληθεί η Λαογραφία;    Και όμως ο λαογράφος μπορεί  να εκλέξει ορισμένα από το ευρύτατο λαογραφικό φάσμα και να  ειδικευθεί σε αυτά. Όπως ο Γ.Α. Μέγας είχε ειδικευθεί στο λαϊκό σπίτι και στο λαϊκό παραμύθι, ο Δημήτριος Λουκάτος   στις παροιμίες.

Στην Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος –Λαρούς Μπριτάνικα » για το θέμα της σχέσης των διαφόρων επιστημών με τη Λαογραφία διαβάζουμε : «Η μουσικολογική, νομική, αρχιτεκτονική  και άλλες μελέτες μίας ομάδας κοινότητας ή κοινωνίας    τέμνονται σ ένα ορισμένο σημείο , το οποίο κυρίως ενδιαφέρει  τον λαογράφο, ενώ ο μουσικολόγος, ο νομικός, ο αρχιτέκτονας  κ.λ.π  ενδιαφέρονται  για τη μελέτη τους , ως πριν από την τομή με τις άλλες επιστήμες.  Το σημείο  ή τα σημεία  τομής  των επιμέρους επιστημών , που κανονικά υπάρχουν  έξω από το ερευνητικό  πεδίο καθεμιάς  απ΄ αυτές , αποτελούν το κέντρο  του ερευνητικού πεδίου της Λαογραφίας.  Ο  Γερμανός λαογράφος Walter HaIvernick  έχει πει: «Η Λαογραφία , κατά τη γνώμη μου, είναι μία βασική επιστήμη, με έναν τρόπο όρασης των γεγονότων , όσα απορρέουν  από τις σχέσεις των ανθρώπων και κοινότητας, ο οποίος προσιδιάζει αποκλειστικά σ΄ αυτήν.  Από την άποψη αυτή η λαογραφία  συντάσσεται  στην ίδια γραμμή με την φιλοσοφία, την ψυχολογία και την κοινωνική ψυχολογία.

Η λαογραφία  λαμβάνει υπόψη όλο αυτό το ευρύτατο πολιτιστικό φάσμα και αυτό κάνει εξαιρετικά  δύσκολο  την ταξινόμηση του σχετικού υλικού.  Έχει  προταθεί μία τριμερής διαίρεση : σε υλικό, κοινωνικό βίο και  πνευματικό βίο.

Η χρονική έκταση της Λαογραφίας  είναι θεμελιώδες γνώρισμα  των λαογραφικών  φαινομένων.  Μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη. Να ανεβαίνει  ως τους παλαιότατους χρόνους  ή να είναι πρόσφατη.  Ο χρονικός ορίζοντας  της Λαογραφίας μπορεί να διαφοροποιείται  ανάλογα με τις διαφαινόμενες τάσεις. Για τον  ελληνικό χώρο  το χρονικό εύρος της Λαογραφίας μπορεί να φθάνει  ως τα μέσα του 19 ου αιώνα με τη δυνατότητα  προεκτάσεων  επίσης και την εποχή του Βυζαντίου . Στη δεύτερη περίοδο   της τουρκοκρατίας [1715-1821] , η οποία αρχίζει με την εκβιομηχάνιση  της Ευρώπης η Λαογραφία  μπορεί να δώσει απάντηση σε μία σειρά από ζητήματα, τουλάχιστον του αιώνα μας όπως π.χ  το ζήτημα των «τσιφλικιών» . Μπορεί, όμως ,ο Έλληνας λαογράφος να φθάσει και στους  χρόνους της αρχαιότητας και όχι ,μάλιστα,  ως οπαδός μιας «λαογραφίας της συνέχειας» , όπως την είχε διαμορφώσει ο Ν.Πολίτης, αλλά και με διαφορετική πρόθεση θέλοντας να εφαρμόσει τη μέθοδο μιας ιστορικά προσανατολισμένης Λαογραφίας  στον αρχαίο πολιτισμό. Π.χ ο «λαογράφος της συνέχειας»  κατά τον Ν. Πολίτη  μιλώντας  για τα ομηρικά «έδνα» [ ένα είδος προίκας που ο γαμπρός έδινε στη νύφη ] το κάνει για να δείξει τη συνέχεια  του εθίμου ως την εποχή μας , τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές. Αντίθετα ο λαογράφος που εφαρμόζει  την κοινωνική-ιστορική μέθοδο, θα εξετάσει  τη συνήθεια  αυτή  συγχρονικά, σε συσχετισμό δηλαδή με άλλα φαινόμενα  της αρχαίας κοινωνίας , στην οποία και θα περιορίζεται, προκειμένου να κατανοήσει  τις σχέσεις [ οικονομικές, κοινωνικές κ.λ.π] που συνέδεαν  μεταξύ τους τα μέλη τους.              

Γίνεται , λοιπόν, φανερό ότι η μέθοδος της  λαογραφίας  ποικίλει ανάλογα με την κατεύθυνση που υιοθετείται  και με την εκλογή του χρόνου. Η «έρευνατου παρόντος»  υπηρετείται από  την επιτόπια εξέταση, ενώ στις χρονικές  αναδρομές  και ο λαογράφος εργάζεται με τις γραπτές πηγές του ιστορικού[ ιστορική λαογραφία].

Ένα  ακόμη μείζον πρόβλημα είναι οι σχέσεις, διαφορές  και ομοιότητες  που έχει η Λαογραφία με άλλες συγγενείς  προς αυτήν επιστήμες  και κυρίως με την Εθνολογία.  Η Εθνολογία  αρχικά εξέταζε  τους «κατά φύσιν λαούς», αυτούς που βρίσκονται σε ένα  φυσικό περιβάλλον  ελάχιστα  επηρεασμένο από την παρέμβαση  του ανθρώπου.  Αλλά με την συντελούμενη  βαθμιαία εξέλιξη και εξαφάνιση  των « πρωτόγονων λαών» η Εθνολογία άρχισε  να προσεγγίζει σύγχρονες κοινωνίες . Αυτή η αναζήτηση  ζωτικού χώρου  εκ μέρους της Εθνολογίας  προκάλεσε σύγχυση  των ορίων μεταξύ των δύο επιστημών . Είναι, τουλάχιστον ακατανόητο  ότι ορισμένοι  λαογράφοι, και στην Ελλάδα, έσπευσαν να ονομαστούν σε εθνολόγους  ή κοινωνικούς ανθρωπολόγους.

Ενδεικτικά από τους έλληνες λαογράφους  αναφέρουμε τον ιδρυτή Ν.Πολίτη,  τους δύο άμεσους μαθητές του  και διαδόχους  Γεώργιο Α. Μέγα και Στίλπωνα Κυριακίδη. Στην αμέσως επόμενη γενεά ανήκουν οι  Δημήτρης Πετρόπουλος, Γεώργιος  Σπυριδάκης, Δημήτριος Λουκάτος, Δημήτριος Οικονομίδης. Ακολουθούν οι  εξωπανεπιστημιακοί  Δημήτριος Λουκόπουλος, Αγγελική Χατζημιχάλη, Μαρία Ιωαννίδου-Βαρβαρίγου, Πόπη Ζώρα, Κίτσος Μακρής, Μιχάλης Μερακλής κ.α. Ακολουθεί και η νεότερη δραστήρια γενιά».     

 2.ΗΘΗΕΘΙΜΑ

Στο βιβλίο του λαογράφου Μιχάλη Γ. Μερακλή «ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ», σχετικά με τα «Ήθη και Έθιμα», διαβάζουμε : «Οι λέξεις ήθη και έθιμα  αλληλοσυμπληρώνονται , νοητικά. Απόδειξη γι΄αυτό είναι ότι πηγαίνουν μαζί, κι όχι μόνο στη δική μας γλώσσα. Τα ήθη αποτελούν , από μία άποψη , ένα άμορφο υλικό  συμπεριφοράς  μελών των κοινωνικών ομάδων. Είναι τα αισθήματα, οι αντιλήψεις , οι νοοτροπίες , οι κλίσεις κ.λ.π που επικρατούν σε μία δεδομένη εποχή.  Π.χ  τα ήθη του συγχρόνου αστού  χαρακτηρίζει η καταναλωτική  τάση του , η σχεδόν λατρευτική  σχέση του με το αυτοκίνητο, η προτίμησή του  σε πρακτικές λύσεις , όπως τυποποιημένα προϊόντα  διατροφής, έτοιμα ενδύματα κ.λ.π.

Τα έθιμα είναι τα ήθη , όταν παίρνουν  μία ορισμένη, σταθερά επαναλαμβανόμενη  τελεστική μορφή. Η επανάληψη αυτή σχετίζεται με την παράδοσή τους. Π.Χ ο  χωριάτικος γάμος  άλλοτε ήταν μία σειρά τελετουργικών εκδηλώσεων , που ήταν εθιμικές  εκδηλώσεις.  Ήταν μία σειρά  από γαμήλια έθιμα.  Ήθη εκφράζουν , στο θέμα του γάμου , οι αντιλήψεις π.χ για την παρθενία της νύφης. Μπορούμε μάλιστα , μένοντας στην ηθική  αυτή στάση,  να αναφερθούμε  και στο έθιμο  που προέκυψε από αυτή, ώστε να διευκρινιστούν καλύτερα οι δύο έννοιες. Ο έλεγχος  της παρθενίας γινόταν με μία τελετή [ που ήταν η  μορφοποίηση  της σχετικής ηθικής αντίληψης, ότι η νύφη πρέπει να είναι αγνή] η οποία  κορυφωνόταν με την επίδειξη  ή και την περιφορά  του αιματωμένου «πουκάμισου» της νύφης  μετά την πρώτη επαφή με τον άντρα της, πλαισιωμένη  από πυροβολισμούς, «κεράσματα του πουκάμισου» κ. α σχετικά. 

Στα νεώτερα χρόνια [συνηθίσαμε ως χρονική αναφορά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο] η σχέση ηθών –εθίμων διαταράχτηκε. Ήθη έχει πάντα ένας λαός. Αλλά δεν δημιουργούνται  τώρα έθιμα  : Τα  ήθη  δεν διαμορφώνονται σε έθιμα. Αυτό πρέπει να έχει σχέση με τη ρήξη  της παραδοσιακής κλειστής ζωής  στην αγροτική  κοινότητα γενικά.  Ειδικότερα πρέπει να  σημειωθεί η εκμηχάνιση – με την εντυπωσιακή βελτίωση και αύξηση παραγωγής- που έκανε ν΄ ατονήσει η παλιά « λατρεία του αγρού», εκφρασμένη με  ένα πλούτο παραστατικών εθίμων, που ήταν αποτέλεσμα του φόβου, από την αδηλότητα του μέλλοντος. Φόβου μορφοποιού , που πραγματοποιούσε, προληπτικά και προκαθοριστικά, στο επίπεδο των  δρωμένων   και των παραστάσεων, ό,τι αποτελούσε βαθιά ευχή και κατάρα.

Ασφαλώς πρέπει να αναφέρουμε  μεταξύ των κυρίων λόγων  της διακοπής στη διαδικασία δημιουργίας νέων εθίμων  και τη μεταβολή της σχέσης  του ανθρώπου με τον χρόνο.  Άλλοτε είχε  περισσότερο ελεύθερο χρόνο, καθώς επίσης  χρόνο συλλογικό [οι  συνδικαλιστικές  και οι άλλες παρεμφερείς συσπειρώσεις   έχουν περιστασιακό  ή μερικό, δεν έχουν  καθολικό χαρακτήρα  γι΄ αυτό δεν παράγουν έθιμα].

Δεν δημιουργούνται λοιπόν νέα έθιμα. Αλλά και τα παλιά φθίνουν, αφού αλλάζουν τα παλιά ήθη , που τα είχαν δημιουργήσει :  έχουμε εδώ , περίπου, ένα παράδειγμα   σχέσεως υποδομής και υπερδομής. Θα μπορούσαμε να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε, ότι  ήρθε πια μία  εποχή , όπου τα ήθη στρέφονται  εναντίων των εθίμων. Είναι τέτοια που δεν ευνοούν  διόλου τη δημιουργία εθίμων.

Η διάβρωση , ωστόσο, των  εθίμων  δεν είναι αποκλειστικά   σύγχρονο φαινόμενο . Είναι διαδικασία που έχει επισημανθεί  και στο παρελθόν. Εντούτοις η διάβρωση  των εθίμων  αποδείχνεται ιδιαίτερα αργή. Και αυτό οφείλεται  στην   γοητεία του τελετουργικού , παραστατικού, θεμελιακού εθίμου  για τη διάσταση της γιορτής που υπάρχει στην τελετή  ενός εθίμου».     

Γράφοντας για το  « Εθιμικό Δίκαιο» διαβάζουμε : « Τα ήθη και τα έθιμα ορίζουν, όπως βλέπουμε, αξίες ,σχέσεις , συμπεριφορές . Αποτελούν, λοιπόν, αυτά ένα είδος  κανόνων, νόμων, μία μορφή δικαίου, που  μπορούμε  να το ονομάσουμε  Εθιμικό , για να διακρίνεται από το νομοθετημένο δίκαιο ενός οργανωμένου κράτους».

3. ΠΑΡΑΔΟΣΗ

 Παράδοση ενός τόπου ονομάζουμε  το σύνολον των ιστορικών γεγονότων, των θρύλων, των εθίμων, των πεποιθήσεων, των κοινωνικών πρακτικών, των εμπειρικών αλλά και των επιστημονικών γνώσεων , των  φιλοσοφικών δοξασιών  και των αισθητικών αντιλήψεων , οι οποίες συνθέτουν ένα  ενιαίο σώμα  και μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά. Η μεταβίβαση γίνεται  είτε προφορικώς ή γραπτώς ή με εικονιστικά σε μορφώματα τέχνης. Όλα αυτά αποτελούν  το υπόστρωμα  το οποίο διασφαλίζει  τη συνοχή και τη συνέχεια  ενός πολιτισμού  ή μιας εθνικής  ή κοινωνικής ομάδας. Συντελεί ακόμη  στη διαμόρφωση  συλλογικών στάσεων και δίνει το έναυσμα για απρόσωπη ή  επώνυμη δημιουργία.

Με βάση αυτό τον ορισμό  οι νόμοι και οι θεσμοί  αποτελούν μέρος της παράδοσης.  Μάλιστα σε ορισμένες θρησκείες  η παράδοση υποδηλώνει  θεμελιώδη δόγματα ή  δοξασίες. Αυτά δεν καταγράφονται  σαφώς σε ιερές γραφές   και γίνονται δεκτά ως ορθόδοξα και έγκυρα , σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να έχουν ισότιμο κύρος  με τις ιερές γραφές και να χρησιμοποιούνται  για την ερμηνεία τους.

Η  παράδοση εκτός από τη γενική της σημασία  ότι  παραδίδει στους μεταγενέστερους  πολιτιστικά στοιχεία  από το παρελθόν «έχει στην λαογραφική ορολογία» και ειδική σημασία: Δηλώνει  σύντομη  συνήθως αφήγηση  η οποία αναφέρεται  σε ένα  βίωμα  το οποίο δοκίμασε ο αφηγούμενος  ή ακόμη ένα τρίτο πρόσωπο  ή που εξηγεί ένα φυσικό φαινόμενο ή απομνημονεύει  ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Από τον «πατέρα της Λαογραφίας» χρησιμοποιήθηκε αντί της λέξης Παράδοση η λέξη Θρύλος».

Πλούσια η μουσικοχορευτική παράδοση του τόπου μας. Χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ποικιλλομορφία η οποία προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο της γεωπολιτισμικής θέσης της Ελλάδος και της λειτουργίας της ως «χωνευτήρι πολιτισμών». Η μουσική παράδοση των νεώτερων χρόνων χαρακτηρίζεται από ιστορική συνέχεια και αποτελεί εξέλιξη της αρχαιοελληνικής, βυζαντινής και δημοτικής μουσικής. Σε άμεση συνάρτηση με τη μουσική, οι ελληνικοί παραδοσιακοί και λαϊκοί χοροί συγκινούν με το ύφος και το ήθος που αναδίδουν και αποτελούν ζωντανά παραδείγματα της ελληνικής παράδοσης.

Προκύπτει το ερώτημα ποια η σχέση μεταξύ παράδοσης και παραμυθιού. Οι παραμυθάδες αδελφοί Γκριν χαρακτήριζαν την παράδοση «ιστορικότερη» του παραμυθιού , γιατί η παράδοση συνδέεται  κάθε φορά με ορισμένα πρόσωπα και ορισμένο χρόνο και τόπο, στοιχεία τα οποία αποφεύγει το παραμύθι. Ξεκινώντας το πραμύθι λέμε «Μία φορά και ένα καιρό«. Αντίθετα η παράδοση είναι πιστευτή  και σε αυτόν που την λέει και στο ακροατήριο. Σε αντίθεση το παραμύθι το οποίο λέγεται μόνο για τέρψη. 

Έχει γίνει προσπάθεια κατάταξης των Παραδόσεων αποδεκτής ταξινομήσεως αλλά δεν έχουν καταλήξει σε ένα από δεκτό σύστημα από όλους. Ο Νίκος Πολίτης  τις είχε  χωρίσει τις Παραδόσεις σε 14 κατηγορίες αλλά δεν έχει γίνει αποδεκτή  η πρότασή του.

Η Ιερή παράδοση  είναι θεμελιώδης πηγή  της χριστιανικής πίστεως, η οποία αναπτύσσει  στην ζωή της εκκλησίας  το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής και της γενικότερης  αποστολικής παρακαταθήκης».

4. ΦΟΛΚΛΟΡΙΣΜΟΣ

Στο ίδιο βιβλίο του Μιχάλη Μερακλή διαβάζουμε για τον φολκλορισμό και τη διαφορά του από την παράδοση : «Επειδή λοιπόν έθιμα του παραδοσιακού είδους  δεν γίνονται  σήμερα σε συνδυασμό  με την ψυχολογική καθορισμένη , συχνά εκδηλωμένη κλίση του ανθρώπου  προς το παρελθόν , παρατηρήθηκε  , ιδίως από τη δεκαετία του΄50 , στις αναπτυγμένες  κυρίως χώρες το φαινόμενο του φολκλορισμού , της αναβίωσης δηλαδή των παλαιών   μορφών ζωής, εκείνων κατ΄ εξοχήν, που μπορούν να παρασταθούν σαν ένα θέαμα, και μάλιστα για τους αστούς.

Ο Wolfram αναφέρεται  στο φαινόμενο του φολκλορισμού. Το επικρίνει, γιατί η παράδοση κατάντησε    μέσα  σ΄ αυτόν άθροισμα  από βιομηχανικά κλισέ και σε μία « ατραξιόν για τους τουρίστες» , ένας «παταγώδης λαϊκισμός».  Περισσότερη σημασία δίνει  σε μία «εφηρμοσμένη λαογραφία», που μπορεί να οδηγήσει  σε μία «δεύτερη πράξη  παραδοσιακού υλικού παρόλο  που,  καθώς νομίζω , είναι πολύ δύσκολο να τραβήξουμε  μία διαχωριστική γραμμή σ΄ αυτό που αντιμετωπίζει σοβαρά σ΄ αυτό που βλέπει με περιφρόνηση.  Πάντως πιστεύει    , ότι σ΄ αυτή την περίπτωση  της « εφηρμοσμένης  λαογραφίας»  [ αλλά τέτοια δεν είναι η λαογραφία του φολκλορισμού;] , η λαϊκή τέχνη, η ανανέωση της ενδυμασίας – «με την έννοια  της συνειδητής  προσαρμογής σε δυνατότητες της ζωής  του παρόντος»-, το τραγούδι , είναι τομείς που μπορούν   να γνωρίσουν  αυτή τη « δεύτερη ύπαρξη»  τη δεύτερη ζωή    με την προϋπόθεση  ότι θα υπάρχει μία « γνήσια κοινωνία φορέων» [ χωρίς να λέει , που θα βρεθεί  μία τέτοια κοινωνία , η οποία βέβαια, αν ήταν παραδοσιακή ,δεν θα χρειαζόταν να περάσει σε μία « δεύτερη » ζωή. Απλώς θα συνέχιζε  τη ζωή της !].

Η ίδια η πραγματικότητα  έχει συγχίσει, μπορούμε να πούμε , τα όρια ανάμεσα στον φολκλορισμό , την τεχνική αναβίωση  του αγροτικού παρελθόντος , και στη « δεύτερη πράξη» : αυτά τα δύο  παράγονται τώρα και προσφέρονται ως ένα, σε κάθε οπωσδήποτε  τεχνολογικά ανεπτυγμένη χώρα , όπου οι κάτοικοι νοσταλγούν, περισσότερο ή λιγότερο  ειλικρινά, περισσότερο παρακινούμενοι από εσώτερη ανάγκη  ή από μόδα».   

Μες λίγα λόγια φολκλορισμός ονομάζεται διεθνώς  η αναβίωση  μορφών του παραδοσιακού  λαϊκού βίου  και πολιτισμού, οι οποίες  δεν ανταποκρίνονται πλέον , κατά τρόπον οργανικό και ζωτικό  στις ανάγκες της σύγχρονης ζωής , αλλά ασκούν μολοντούτο  γοητεία στις σύγχρονες  κοινωνικές ομάδες.  Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ο «Βλάχικος Γάμος» που αναπαριστάνεται κάθε Καθαρή Δευτέρα  στη Θήβα και τον παρακολουθούν  ως ψυχαγωγικόθέαμα , όχι μόνο οι κάτοικοι της πόλης, αλλά συρρέουν πολλοί άλλοι επισκέπτες από  διάφορα μέρη. Ο φολκλορισμός είχε ιδιαίτερη έξαρση στις  ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής ως έκφραση νοσταλγίας   των εξελιγμένων αστών  προς ορισμένες στιγμές του παρελθόντος.      

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

23-12-2014

About Χρήστος Ευαγγέλου