Κοράκια και κουρούνες της Πλαταριάς

κοράκια και κουρούνες

Είμαι στην Πλαταριά. Στην Πλαταριά μου. 
Ο καιρός είναι υπέροχος. Άνοιξη πια. 
Οι ημέρες καθαρές, λαγαρές, αλκυονίδες γνήσιες. Ήλιος και  πράσινο .Πολύς ήλιος, πολύ πράσινο, απέραντο.  Γράφω…γράφω  και σαν κουράζομαι  βγαίνω έξω. 
Να περπατήσω. Και που αλλού να πάω από την  αγαπημένη μου αμμουδιά ;. Με τραβάει σαν
μαγνήτης. Τα ηλιοβασιλέματα των παιδικών και των εφηβικών χρόνων είναι
αποτυπωμένα βαθιά και σκληρά στη ψυχή μου. Αυτό έκανα και αυτό κάνω από παιδί
τα δειλινά στην Πλαταριά … Εκεί θα με βρείτε…

Αυτό έκανα και σήμερα. Πήρα το μπαστούνι από «φίδα» [αλμυρίκι] που μου
έχει χαρίσει ο φίλος μου ο Αντώνης από τη Σίφνο και τράβηξα για την αμμουδιά… Περπατώ
και μαζεύω κοχύλια και τα ρίχνω στις τσέπες μου όπως τότε. Ήθελα να γεμίσω . Τα
χαρίζω σε φίλους μου…

 Άνθρωπος άλλος δεν υπήρχε. Ωστόσο
δεν ήμουν μόνος. Σε μικρή απόσταση πίσω και μπροστά ήταν μαύρα πουλιά. Έτσι σαν
μαύρα σημάδια, μαύρες κηλίδες  εδώ και
εκεί να κινούνται στην άσπρη άμμο και   πολύ κοντά στο νερό.     Είναι εντυπωσιακό . Περπατούν, πετούν ,
χοροπηδούν  κάθε τόσο και ψάχνουν  για κοχύλια 
που έχουν βγάλει τα κύματα. Ξέρω πως αυτά μυρίζουν άσχημα. Τα μαζεύαμε
για να ψαρέψουμε και βρωμούσαν.  Με το
ράμφος προσπαθούν να βγάλουν τη σάρκα. Τρώνε και ψαράκια και σκουλήκια και ότι
έχει …σάρκα.    Καθαρίζουν την αμμουδιά  από τα ψοφίμια. Μεγάλη προσφορά.

Στάθηκα για να ξεκαθαρίσω, αν ήταν κοράκια ή κουρούνες. Διαφέρουν.
Έμεινα ακίνητος για να με πλησιάσουν. Ήλθαν πολύ κοντά μου. Η παρουσία μου δεν
τους τρόμαζε. Ίσως και να ενοχλούσα κιόλας. Ήταν κουρούνες.  Ωστόσο αυτό δεν είχε σημασία. Εγώ θυμήθηκα τα
κοράκια που είχαμε στην Πλαταριά

εκείνα τα χρόνια. Εκείνα ήταν μαύρες , πίσσα.       Οι κουρούνες στη ράχη και στην  την κοιλιά  έχουν απόχρωση σταχτί σκοτεινή. Τα έκανα χάζι.
Πήγα μέχρι τον παλιό Νερόμυλο. Μην ψάξετε να το βρείτε. Το  ΚΟΥΦΑΡΙ ΤΟΥ ΤΟ ΣΚΕΠΑΣΑΜΕ ΜΕ ΣΚΟΥΠΊΔΙΑ, ΤΟ
ΘΑΨΑΜΕ. Πέρασα από τη μεγάλη γέφυρα. Την άλλη την πέτρινη την κατεδάφισαν. Γύρισα
πίσω . Αυτές εκεί έψαχναν. Να χορτάσουν…Γύρισα με αργά βήματα.. Ο νους πήγε στα
κοράκια. Στα κοράκια της Πλαταριάς. Αχ αυτά τα κοράκια.

 Στο μέσο της διαδρομής  υπήρχε το κουφάρι   δέντρου που είχε ξεβράσει η θάλασσα.  Κάθισα να ξαποστάσω. Να ξαποστάσω και να
θυμηθώ. Οι αναμνήσεις δεν με άφηναν να κάνω βήμα. Τι να πρωτοθυμηθώ. Έκατσα
καλύτερα. Πήρα μία ανάσα να βάλω μία σειρά.

Τα κοράκια τότε ήταν πολύ σοβαρός εχθρός . Έκαναν καταστροφές . Και
πρώτα –πρώτα αυγά και τα κλωσόπουλα. Οι κότες ήταν σημαντικός παράγοντας  στην οικιακή οικονομία. Κάθε σπίτι  είχε το κοτέτσι του, τις κότες του. Είχε το
κρέας και τα αυγά  όχι μόνο για πρόχειρο
φαγητό , αλλά και για να αγοράζει  από
τον μπακάλη  για καφέ… ρεβίθι και κριθάρι
ή και πραγματικό καφέ, αλάτι, ζάχαρη, κλωστές, τσαπράκια, χαλβά …για τα παιδιά,
βαφές, τσιμπιδάκια συρμάτινα, χειρομάντηλα, τσιμπίδια με πεταλούδες για τα
μαλλιά . Όταν μάλιστα οι κότες  ήταν «στη
χρονιά τους  και έκαναν και τα άντερά
τους αυγά » αγόραζαν  ρούχα ,παπούτσια,
κάλτσες. Οι κότες , όμως, μετά τις γέννες ,«έπεφταν κλώσες». Και τα κοράκια ,
τα οποία λέγαμε  « σόρα» ,άρπαζαν τα
κλωσόπουλα και αν δεν λαμβάναμε τα μέτρα μας δεν άφηναν ούτε ένα « για δείγμα»  . Έπεφταν σα ξεφτέρια τα άρπαζαν και έφευγαν.
Άντε να τις πιάσεις. Να περιμένεις να κλωσήσει η κότα. Να έχεις μαζέψει τα αυγά
ένα-ένα από δικά σου ή από τις γειτόνισσες. Να « κάτσει η κότα 21 μέρες» να τα
τα ί σεις με αλεύρι και πίτουρα, να προσέχεις μην στα πατήσει η κλώσα, να
προσέχεις να μην τα φάνε οι γάτες και να σου έρχονται τα κοράκια να τα τρώνε.
Αναγκαζόμαστε να δένουμε με τη μία άκρη του σπάγκου το ένα πόδι της κότας και
τη άλλη άκρη του σπάγκου σε μία πέτρα που είχε τρύπα , ώστε να μην μπορεί να
μην απομακρύνεται. Όποιος είχε καλύβι 
την  έκλεινε στο καλύβι ,αν είχε
πόρτα ή μπροστά στην πόρτα του σπιτιού για να μπορούμε να ελέγχουμε. Όταν
πλησίαζαν ή τις ακούγαμε να φωνάζουν βγαίναμε και κάναμε θόρυβο  με τις φωνές μας ή χτυπώντας ένα τενεκέ για
να φύγουν. Αυτές ερχόταν πάλι και πάλι.  
 

  Είχαν τις φωλιές τους  σε τρύπες τοίχων στα ψηλότερα σημεία ή μακριά
στο βουνό  κάτω από βράχους ή στις
κουφάλες γέρικης ελιάς. Παρακολουθούσαμε και όταν μπορούσαμε καταστρέφαμε τις
φωλιές τους. Άλλοτε πάλι τις σκοτώναμε με μακριά ξύλα βάζοντας το μέσα στη
φωλιά. Δεν υπήρχαν όπλα τότε. Ούτε δολώματα για να το φάνε και να
ψοφήσουν.  

 Δεν σταματούσε όμως  εδώ το κακό. Μας έτρωγαν τα λίγα και σπάνια  φρούτα που είχαμε . Κυρίως τα σύκα. Υπήρχαν
πολλές συκιές. Ήταν το καλοκαιρινό μας φρούτο. Ακόμη τα ξεραίναμε και κάναμε
συκομα ί δες. Και όταν τα ξεραίναμε πάλι τα άρπαζαν.  « Σεφτέ» έκαναν αυτά. Διάλεγαν τα καλύτερα,
τα πιο ώριμα. Άρεσαν και οι …ξηροί καρποί. Με το ράμφος άνοιγαν τα αφράτα
αμύγδαλα και δεν άφηναν « σπυρί».. Όπου υπήρχε κληματαριά δεν άφηναν «ούτε μία
ρόγα». Είχαν ανάγκη και από …ρουχισμό. Από τις αυλές των σπιτιών άρπαζαν  μικρά υφάσματα  και τα πήγαιναν στα … στις φωλιές τους για τα
κορακόπουλα.  Μαντήλια, κάλτσες, πετσέτες….έκαναν
φτερά. Και βέβαια σαπούνια… Ξεσκάλιζαν τους κήπους  που μόλις είχαμε φυτέψει για να βρουν τα
φασόλια, τα κουκιά, τα μπιζέλια. Τα ωμά ήταν ακόμη πιο νόστιμα. Μα και τα
σπανάκια, τα σέσκουλα και τα μυρωδικά και οι πατάτες. Έσκαβαν με τα νύχια τις
…κάρφωναν με το ράμφος και δρόμο. Άρεσαν και τα φραγκόσυκα και τότε ήταν πολλά.
Εκεί δεν υπήρχε πρόβλημα. Ωστόσο , πράγμα περίεργο, επειδή είχαν μεγάλα και
σκληρά  αγκάθια στον κορμό και στα φύλλα,
αλλά και οι καρποί    τα μικρά κιτρινωπά, μικροσκοπικά
αγκαθάκια  ,που εύκολα έμπαιναν στα μάτια
και  έχαναν την όρασή τους δεν …πήγαιναν
στις φραγκοσυκιές.

Έτσι πάντα έπρεπε «να έχουμε το νου μας» μέχρι που αποκτήσαμε όπλα κυνηγίου.
Τι κάναμε ;. Απλά σκοτώναμε δύο κοράκια τα οποία δέναμε στην μία άκρη ενός
ξύλου και την άλλη τη στερεώναμε  στο
ψηλότερο σημείο της συκιάς, ώστε να εξέχει και να φαίνονται καθαρά  τα δύο σκοτωμένα.   Μόλις
το καταλάβαιναν τα άλλα κοράκια πετούσαν 
αρκετά ψηλά και έκαναν κύκλους  ,
λες και είχαν καταλάβει το θάνατό τους και θρηνούσαν για το χαμό τους. Όταν
μάλιστα άρχισαν να μυρίζουν από τη σήψη έφευγαν εντελώς από την περιοχή…

Μετά από όλες αυτές τις « κατηγορίες» για τα κοράκια σκέφτηκα να
διαβάσω και να γράψω  λίγα λόγια   για τα κοράκια ως πτηνά από τη ζωολογία, τη
μυθολογία και τη λαογραφία.  Το αξίζουν.
Τα κυνηγούσαμε τότε…. Αλλά έπρεπε και αυτά να ζήσουν και όπως λέει και η
παροιμία « τα πουλιά δεν σπέρνουν δεν θερίζουν αλλά τα φροντίζει ο Θεός».

Το κοράκι  είναι το μεγαλύτερο
από τα είδη  της  οικογένειας 
« κορακοειδών». Ο χρωματισμός είναι 
μαύρο με μεταλλική  λάμψη.  Είναι το μακροβιότερο ζώο. Λέγεται ότι  ζει πάνω από 140 χρόνια.  Γι΄ αυτό 
και η ευχή « κορακοζώητος». Ζει ζευγαρωμένος . Δεν εγκαταλείπει
ποτέ  τη σύντροφό τους. Γεννάει 4-5 αυγά
πρασινωπά με σταχτές βούλες. Τα μικρά βγαίνουν γυμνά  και μετά μάτια κλειστά.  Η μητέρα τους 
δε φεύγει ποτέ από τη φωλιά.  Ο
πατέρας ,τους κουβαλάει την τροφή,  δεν
τη δίνει στα μικρά αν πρώτα  δεν τη
μασήσει ο ίδιος.

Είναι πτηνό παμφάγο  και
αδηφάγο.  Στο πέταγμα ξεπερνάει και τον
αετό στην ταχύτητα. Διαγράφει και μεγαλόπρεπους 
κύκλους. Όταν πιάνεται μικρό εξημερώνεται εύκολα. Μαθαίνει να κάνει  μικρά γυμνάσματα  και με κατάλληλη άσκηση καταφέρνει να
προσφέρει και μερικές λέξεις. Στην 
αρχαιότητα υπήρχαν  ειδικοί
δάσκαλοι , που τους μάθαιναν να λένε λίγες λέξεις. Η παρέα με τα εξημερωμένα
κοράκια  δεν ήταν  και τόσο ευχάριστη , γιατί είχαν την τάση να
κλέβουν  κάθε τι που χτύπαγε στο μάτι :
γυαλιά, κοσμήματα , νομίσματα και ιδίως μεταλλικά  αντικείμενα που είναι και ο στόχος όλων των
κορακοειδών.

Οι αρχαίοι  Έλληνες  έδειχναν 
αγάπη και σεβασμό στα πουλιά αυτά και τα είχαν αφιερωμένα στον Απόλλωνα.

Ο Πλίνιος αναφέρει  για ένα
κοράκι  που το είχαν ημερέψει  και το είχανε μάθει  να προφέρει ορισμένες λέξεις. Κάθε μέρα
πετούσε  πάνω από την αγορά  και χαιρετούσε  με το όνομά του τον αυτοκράτορα. Και όταν
φονεύθηκε το πουλί  αυτό, ο λαός του
έκαμε μεγάλη κηδεία.  Το σώμα το  υποβάσταζαν 
από  Αιθίποες μέχρι το θυσιαστήριο
όπου το έκαψαν.

Ο Ολλύλιος γράφει ότι ο Άγιος Παύλος των Θηβών , ο πρώτος από τους
ερημίτες, πέρασε 97 χρόνια εις ένα σπήλαιο εντελώς μόνος , με το Θεό, και
τρεφόταν από ένα κόρακα που κάθε μέρα του πήγαινε ένα  ψωμί για να μη πεθάνει από την πείνα.

Μία παράδοση  λέει ότι ο Προφήτης
Ηλίας δεν πέθανε, αλλά εξακολουθεί να ζει εις την κορυφή κάποιου βουνού
τρεφόμενος από τα κοράκια.

Η παραδειγματικά  αλληλεγγύη  των κοράκων φαίνεται και από τούτο : Άμα ένας
κόρακας μυριστεί  τροφή από κάποιο
ψοφίμι  σε γκρεμό , περιφέρεται  σε ύψος 
πάνω από το  γκρεμό κράζοντας τους
συναδέλφους του και τότε κατέρχεται στο γκρεμό.

Μερικοί προληπτικοί πιστεύουν 
ότι η χολή από κόρακα  και ιδίως
από νυχτοκόρακα  θεραπεύει την επιληψία,
την οποία θεωρούν  « διαβολική αρρώστεια»
δηλαδή  του διαβόλου με τον οποίο  συνεργάζεται ο κόρακας. Κακούργο λοιπόν ζώο ,
όπως πιστεύουν πολλοί , αλλά τα κορακοειδή 
αποδεικνύεται ότι  είναι ζώα  ειρηνικά , βοηθητικά και πονετικά με μεγάλη
αλληλεγγύη μεταξύ τους. Το λέει και η παροιμία : « Κόρακας, κοράκου μάτι δε
βγάζει».

Υπάρχει ακόμη και η παροιμία « κοράκιασα από τη δίψα». Η λαογραφία
αναφέρει την εξής ιστορία: Σε κάποια 
μικρή ορεινή πόλη της Ελλάδας οι κάτοικοι αποφάσισαν να κάνουν  μία θυσία 
στους θεούς και ιδιαίτερα στον Απόλλωνα. Υπήρχε στην περιοχή τους ,
ανάμεσα στα δύσβατα φαράγγια , μία πηγή που θεωρούσαν  ιερό το νερό της και το χρησιμοποιούσαν  στις θυσίες. Έπρεπε να στείλουν κάποιον  να φέρει λίγο από το ιερό αυτό νερό , αλλά η
διαδρομή ήταν  πολύ δύσκολη και
ανηφορική  για τους ανθρώπους. « Θα πάω
και εγώ να φέρω νερό» ακούστηκε μία φωνή. 
Στράφηκαν όλοι  οι άνθρωποι προς
το μέρος  που ακούστηκε  η φωνή και αντίκρισαν  έναν μεγαλόσχημο κόρακα.  Εκείνος είχε μιλήσει.  Δεν είναι άσχημη ιδέα. Ο κόρακας με τα φτερά
του θα έφθανε γρήγορα. Δεν θα τον εμπόδιζαν ούτε  ο ανήφορος , ούτε οι θάμνοι και οι πέτρες.
Του έδωσαν τότε μία μικρή  υδρία, ο
κόρακας  την άρπαξε με τα νύχια του  και πέταξε στον ουρανό. Έφθασε γρήγορα στην
πηγή  και πλάι της είδε μία συκιά γεμάτη
σύκα. Λιχούδης καθώς ήταν  δοκίμασε
δύο-τρία  αλλά ήταν άγουρα ακόμη. « Ας
περιμένω να ωριμάσουν», ήρθε την απόφαση , ξεχνώντας για ποιο σκοπό  τον είχαν στείλει οι άνθρωποι στην πηγή .
Περίμενε δύο τρεις μέρες ο κόρακας, ωρίμασαν τα σύκα , έφαγε αρκετά και μόνον
τότε θυμήθηκε  για ποιο λόγο είχε έρθει
ως εδώ. Πως θα δικαιολογούσε τώρα την αργοπορία του. Γέμισε με νερό τη
μικρή  υδρία και ανάμεσα στα
χορτάρια  αντίκρισε  ένα μεγάλο φίδι. Το άρπαξε  με το ράμφος του και πέταξε αμέσως  για τη μικρή πόλη. « Που ήσουν  τόσο καιρό ;» διαμαρτυρήθηκαν  οι άνθρωποι, μόλις τον είδαν  να φτάνει. « Που να σας τα λέω»
δικαιολογήθηκε ο κόρακας, αφού άφησε το φίδι 
και την υδρία.« Όταν πλησίαζα  την
πηγή πριν γεμίσω την υδρία,  αυτό το
καταραμένο φίδι  ρουφούσε όλο το νερό και
η  πηγή 
ξεραινόταν. Χρειάστηκε να περιμένω 
ώρες και ώρες και όταν αποκοιμήθηκε 
κατάφερα να γεμίσω την υδρία  και
να το γραπώσω με το ράμφος μου και να το φέρω». Οι άνθρωποι τον πίστεψαν  και σκότωσαν το φίδι. Όμως το φίδι ήταν του
Απόλλωνα  και αποφάσισε να τιμωρήσει  τον ψεύτη κόρακα. Έτσι από την ημέρα
εκείνη  όταν ο κόρακας  πλησίαζε κάποια πηγή  για να πιει νερό , εκείνη στέρευε.
Βασανίστηκε  πολύ καιρό  από το μαρτύριο της δίψας, ώσπου ο
Απόλλωνας  τον λυπήθηκε και τον
έκανε  αστέρι στον ουρανό. Από τότε ,
όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε : « Κοράκιασα από τη δίψα».  Είναι μη φράση που τη λέμε και σήμερα.

Αλλά ας γράψουμε και λίγα λόγια για τις κουρούνες που συνάντησα στην
αμμουδιά , οι  οποίες λέγονται και «καλιακούδες».  Τις συναντάμε 
παντού στην Ελλάδα  στις πόλεις
και χωριά στα δάση , τα χωράφια, τα δέντρα. Στους δρόμους  ανασκαλεύουν τα κόπρανα των ζώων  για κόκκους δημητριακών. Στο όργωμα  ακολουθεί το αλέτρι του γεωργού για να κλέψει
σπόρους. Ακόμη ανεβαίνει στη ράχη των ζώων και κυρίως των προβάτων για τρώει
μύγες και τσιμπούρια και τα ανακουφίζει, αλλά  υπάρχει κίνδυνος να αφήσουν κάποιο
μικρόβιο  στο πρόβατο και να το
μεταδώσει  σε όλο το κοπάδι και να γίνει
επιδημία. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι 
πηγαίνουν πολλές μαζί …σαν κοινωνικά πουλιά που είναι. Οι κουρούνες
τρώνε  πολλά ζωύφια που είναι  βλαβερά για τη γεωργία ,αλλά και αυγά  από φωλιές μικρών πουλιών , αλλά  και από κλώσες . Τους αρέσει όμως πολύ και το
καλαμπόκι και συχνά κάνουν  επιδρομές  κατά σμήνη 
και γαντζωμένες  πάνω στις
καλαμποκιές προκαλούν μεγάλες ζημιές. Παλαιότερα στα ορεινά χωριά  ήταν βραχνάς και μάστιγα των σπαρτών.. στα
οποία εφορμούσαν σαν μαύρο σύννεφο.  Έτσι
προέκυψε και η γνωστή φράση « μαύρη σαν καλιακούδα».                         

Ο χρωματισμός στη ράχη και την κοιλιά, όπως ανέφερα πριν,  είναι σταχτί σκοτεινός . Το κεφάλι , τα
φτερά, το στήθος και η ουρά είναι 
ολόμαυρα.  Η διχρωμία αυτή  της κουρούνας την κάνει να φαίνεται  σα μουτζουρωμένη και μπαλωμένη.  Γι΄ αυτό, κατά τη λαϊκή παράδοση  το τρυγόνι 
που μάλωσε με την κουρούνα, την αποκάλεσε  « γυναίκα καρβουνιάρισσα  από τ ΄ Άγιο Όρος». Και πάνω στο τσακωμό
τους  της λέει ακόμη : « Κι αυτό το
παλιοφούστανο το φέρεις καπνισμένο κι εχαρβαλώθη επάνω σου κι είναι λερωμένο».
Γιατί όμως ήταν τόσο σκληρά τα λόγια του ευγενικού τρυγονιού ;. Τα είπε γιατί η
κουρούνα  την προκάλεσε με τα εξής λόγια
: « Μοιρολογίστρα θλιβερή και μυριοπικραμένη/ το γούι πάντοτε, το γούι
μουρμουρίζεις/στη μοναξιά να κάθεσαι, και πάντα να στριγγίζεις». Και μάλιστα
τις τα είπε  όταν άκουσε την τρυγόνα να
μοιραλογάει το αγαπημένο της ταίρι που είχε σκοτώσει ένας κυνηγός. Το ζευγάρι
των τρυγονιών είναι  το πρότυπο στην
κοινωνία των πουλιών. Η τρυγόνα αγαπάει το σύντροφό της και συμπεριφέρεται με
καλοσύνη  και παροιμιώδη τρυφερότητα ,
πίστη και αφοσίωση  σ΄ αυτόν σε όλη της
τη ζωή. Η λαϊκή παράδοση  λέει ότι, άμα
χαθεί ο σύζυγός της , γι΄ αρκετές  ημέρες
μένει νηστική  και ποτέ πια δεν  πίνει 
γάργαρο νερό, αλλά  το θολώνει
πρώτα , και δεν ξανασμίγει με άλλο 
τρυγόνι. Παραμένει χήρα  σε όλη
της την υπόλοιπη ζωή  της. Η μεγάλη θλίψη
της σκιαγραφείται παραστατικά στο παρακάτω 
ποίημα :

Ταίρι, ταίρι τα πουλιά  στη βοσκή
πηγαίνουν

Ταίρι, ταίρι στη φωλιά, σαν νυχτώσει μπαίνουν.

Ένα μόνο το φτωχό, με καρδιά θλιμμένη

 Όλη μέρα μοναχό, κι όλη νύχτα
μένει.

Είχε άλλοτε κι αυτό, ταίρι μπιστεμένο

Κι έψαλλε ζευγαρωτό  κι
ευτυχισμένο.

Μα σαν βόσκαν μια αυγή κι έπαψαν στη φτέρη

Σκότωσαν οι κυνηγοί το γλυκό του ταίρι .

Ούτε θέλησ΄ άλλη μια να χαρεί, να ψάλει

Ούτε κάνει γνωριμιά, και φιλία άλλη.

Μόνο τόσο θλιβερό ολογυρνά στα δάση,

Που θολώνει το νερό, πριν το δοκιμάσει.

Από λύπη και στοργή, λίγο-λίγο λιώνει

 Κι αποθνήσκει στη σιγή και το
λεν τρυγόνι.

Ας διαβάσουμε λοιπόν : « Ο κόρακας [ κοράκι] είναι  τα παρεξηγημένα  και αδικημένα πουλιά.  Γιατί όμως ; : Διότι 1] λεηλατεί και
καταστρέφει αυγά και πουλιά από τις κότες και άλλων ωφελίμων πουλιών.2] Τρώει
σάπιες  σάρκες ψόφιων πουλιών και ζώων 3]
Η κραυγή  του είναι αποκρουστική και
προμηνύει κακό.4] Είναι ολόμαυρο και δείχνει ότι η ψυχή του είναι…μαλυρη.5]
Είναι πανούργο και φθάνει στο σημείο να…βγάζει τα μάτια των μικρών αρνιών και
κατσικιών.                

About Χρήστος Ευαγγέλου