Η Χάιδω και η Στέλλα του Κοτούλη

τραγουδια_ηπείρου

Ποια είναι η Χάιδω και η Στέλλα του Κοτούλη ;  Θα σας τις γνωρίσω και τις δύο. Κάθε μια έχει την ιστορία της. Μάλιστα έχουν γράψει και τραγούδια για αυτές. Και τα τραγούδια τους τα έχω τραγουδήσει και εγώ. Από μικρό παιδί μάλιστα . Ναι σας λέω αλήθεια ! Που; Πότε ;  Ακούστε λοιπόν : Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε τις κρύες νύχτες του χειμώνα γύρω από το ψευτοτζάκι.  Πρώτα το λέγαμε με το στόμα . Ο πατέρας και όλα τα παιδιά. Η μάνα μου ποτέ δεν τραγουδούσε. Μετά ο πατέρας  έπαιζε τον ήχο, τη μουσική θα λέγαμε,  με τη φλογέρα. Την έχω εκείνη τη φλογέρα ! Μάλιστα ,θυμάμαι, ότι επειδή την αδελφή μου τη λέγανε Στυλιανή  και τη φωνάζαμε Στέλλα  και δεν ήθελε να τραγουδήσουμε τη « Στέλλα του Κοτούλη» γιατί αυτή η Στέλλα « άφησε τον άντρα και πήρε δασικό» και το « κορίτσι δεν πρέπει να ακούει τέτοια τραγούδια , γιατί μπορεί να κάνει και αυτή το …ίδιο !!  Τα τραγουδούσανε  και άλλοι στο χωριό  και  κυρίως όταν είχαν πανηγύρι.

Θα μου πείτε πως τα θυμήθηκα αυτά τα δύο τραγούδια. Πάντα τα θυμάμαι και τα τραγουδάω καμιά φορά όταν είμαι μόνος ! Πώς να τα ξεχάσω, πώς να τα διαγράψω. Είναι τα πρώτα που άκουσα, τραγούδησα, έμαθα. Αφορμή στάθηκε ο κ. Στέλιος Μώκος από τη Σέλλιανη που εκδίδει την εφημερίδα « Η ΣΕΛΛΙΑΝΗ» ,την οποία μου στέλνει συνεχώς και τον ευχαριστώ πάρα πολύ. Στο τελευταίο φύλλο 121/2015 ο κ. Γεώργιος Βασ. Ζάγκας γράφει την ιστορία κάθε τραγουδιού και με την άδειά τους θα τις αντιγράψω για εσάς τους  αναγνώστες μου . Βέβαια οι παλαιότεροι ίσως να γνωρίζουν. Όμως οι νεότεροι δεν  ξέρουν. Τη «Χάιδω» θα  την έχουν ακούσει και χορέψει στα πανηγύρια, αλλά την «Στέλλα του Κοτούλη», μάλλον όχι. Προσωπικά    ομολογώ ότι δεν ήξερα με λεπτομέρειες την ιστορία  τους . Αντιγράφω λοιπόν :

 

Η Χάιδω

Η ΧΑΪΔΩ Η ΧΑΪΔΕΝΗ  ΚΑΙ Η ΠΑΙΝΕΜΕΝΗ » : Η ιστορία  της Χάιδως εκτυλίσσεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας . Κατήγετο  από ένα χωριό του Σουλίου, πεντάμορφη κοπέλα και μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της ήταν  αρχιτσέλιγκας  της εποχής εκείνης , με πολυάριθμα ζώα και πιστικούς  υπό τις διαταγές του.

Ως μοναχοπαίδι  και χαϊδεμένη  που ήταν από την οικογένειά της , απέρριπτε συνεχώς  προτάσεις νεαρών  της εποχής εκείνης, που προσπαθούσαν  να την κάνουν γυναίκα τους.  Επιθυμούσε να βρει  νεαρό με πλούσια  κάλλη σαν τα δικά της, αλλά να έχει και περισσότερα ζώα από τον πατέρα της . όταν έφθασε  στην ηλικίας των 25 ετών ,αρκετά μεγάλη για την εποχή εκείνη, την πάντρεψε  σε διπλανό χωριό  που είχε και αυτός ζώα, με σχεδόν συνομήλικό του 45 ετών. Να φανταστείτε το προσδόκιμο όριο ζωής εκείνο τον καιρό ήταν  περίπου τα 50 χρόνια.

Ο ηλικιωμένος άντρας  της Χάιδως , που λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω της καθημερινής  πολύωρης απασχόλησης  με τα ζώα, δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις συζυγικές του υποχρεώσεις  σχεδόν καθόλου , της τραγουδούσε  το παρακάτω δημοτικό τραγούδι : «  Τι να σου κάνω Χάιδω μου/τι να σου πω παιδί μου,/εγώ ο δόλιος γέρασα, εσύ θέλεις παιγνίδια./ Θέλεις στην κούνια βάλε με/θέλεις στην σαρμανίτσα./ Με τα πόδια κούνα με/με τα χέρια γνέσε/και με το στόμα το χρυσό/πες μου γλυκά τραγούδια».

Τότε ήταν που ο έρωτας χτύπησε  την καρδιά της Χάιδως.  Συνήψε με νεαρό από διπλανό χωριό  ερωτική σχέση, ικανοποίησε τις  ερωτικές της ανάγκες, απέκτησε  παιδί μαζί του , ακόμη και ο άντρας της  σχεδόν στα τελευταία της ζωής του , φοβούμενος  μη του φύγει η Χάιδω , αποδέχτηκε το μωρός της σαν παιδί του.

Λέγεται πως ένα χειμωνιάτικο βράδυ, ο άντρας της Χάιδως  μη αισθανόμενος καλά , πήγε νωρίς  στο σπίτι του και κοιμήθηκε.  Η Χάιδω κουνούσε  στη σαρμανίτσα να κοιμηθεί το μωρό της. Ξαφνικά ο φίλος χτυπάει το μάνταλο της πόρτας  της για να εισέλθει μέσα. Η Χάιδω για να μην ξυπνήσει περισσότερο  τον άντρας της άρχισε να τραγουδά στον φίλο της  το παρακάτω τραγούδι : « Και ποιος χτυπάει το μάνταλο το/νάνι το νανάκι./Απόψε ο άντρας μου είναι εδώ το/ νάνι το νανάκι/έλα αύριο το βράδυ, /το νάνι το νανάκι». Φυσικά ο φίλος κατάλαβε και αποχώρησε άπραγος  εκείνο το βράδυ.

Αυτή  είναι η ιστορία της Χάιδως , της χαϊδεμένης  και παινεμένης. Τα νιάτα  όμως είναι πλασμένα για έρωτα και όχι για γεροντίστικα χαϊδέματα. «Κάθε πράμα στον καιρός του/και ο κολιός τον Αύγουστο», που λέει και η παροιμία του σοφού λαού μας».

Η Στέλλα του Κοτούλη από τα Δολιανά Ιωαννίνων

«Η ιστορία της Στέλλας  του Κοτούλη ξεκινά περίπου το 1931. Ήταν μία όμορφη κοπέλα  την οποία είχε παντρευτεί ο Μιλτιάδης  Κοτούλης, ένας ευκατάστατος νέος από τα Δολιανά Ιωαννίνων.  Μάλιστα διέμεναν τότε σε διώροφο πέτρινο σπίτι , μεγάλο επίτευγμα  αυτό το σπίτι  για την εποχή εκείνη. Στα Δολιανά τότε υπηρετούσε ένας  νεαρός δασάρχης , που είχε νοικιάσει  και διέμενε στον κάτω όροφο στο σπίτι του Μιλτιάδη Κοτούλη.

Ο έρωτας χτύπησε  τις καρδιές τις Στέλλας και του δασάρχη. Έτσι ερωτεύτηκαν παράφορα και αποφάσισαν να κλεφτούν μία νύχτα ανοιξιάτικη.  Ο άντρας της  Στέλλας , ο Μιλτιάδης το έφερε  πολύ βαρέως  αυτό, όμως  τους παρήγγειλε  να δώσει διαζύγιο, με την προϋπόθεση  να τους στεφανώσει.  Έτσι και έγινε και τους πάντρεψε.  Μετά το τέλος του μυστηρίου , εξερχόμενος από την εκκλησία ο Μιλτιάδης Κοτούλης , μη μπορώντας να  αντικρύσει πλέον  κατάματα  τους συγχωριανούς του , αυτοπυροβολήθηκε  με το ατομικό του περίστροφο τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα. Αυτό έγινε περίπου ένα χρόνο μετά το 1932.

Όλα αυτά τα στοιχεία  μου τα έδωσε ο Μιλτιάδης  Γιούργας , γεννηθείς το 1934, συνταξιούχος υπάλληλος  της ΔΕΗ , κάτοικος Πάργας Πρεβέζης.

Τότε ο κουνιάδος της Στέλλας  και αδελφός του Μιλτιάδη  είχε ένα μικρό εργοστάσιο  παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τροφοδοτούσε την Πάργα.  Δέχτηκε να γίνει νονός  με την προϋπόθεση να χαρίσει το όνομα του αδελφού του. Έτσι και έγινε. Βάπτισε τον μικρό Γιούργα , και του έδωσε το όνομα Μιλτιάδης Γιούργας.

Ύστερα από  πέντε περίπου χρόνια η λαϊκή μούσα  το έκανε  το γνωστό δημοτικό  τραγούδι : « Στέλλα μωρ΄ Στέλλα, κακιά κοπέλα/ δεν τόπραξες καλά, παράτησες τον άντρα/μια όμορφη βραδιά, κάτω στα Δολιανά./Δεν φταίω εγώ βρε μάνα/ μα φταίει η καρδιά».

Αρχές της  δεκαετίας του 1950 , ο ονομαστή κομπανία των θρυλικών  Χαλκιάδων, πήγαν να παίξουν  στο πανηγύρι των Δολιανών . Όταν ξεκίνησαν να παίξουν το γνωστό τραγούδι της Στέλλας , οι κάτοικοι των Δολιανών  εξοργισμένοι θεωρώντας ότι αυτό  τους προσβάλλει. Διέκοψαν το πανηγύρι, έδιωξαν  κακήν κακώς  την ονομαστή κομπανία  των Χαλκιάδων και το πανηγύρι έληξε άδοξα.

Αυτή είναι η ιστορία της Στέλλας του Κοτούλη. Το τραγούδι της άντεξε  ακόμη και συνεχίζει να χορεύεται  σε κάθε είδους  κοινωνικές εκδηλώσεις».

Σημείωση : Πραγματικά είναι μία τραγική, συνταρακτική ιστορία, ανθρώπινη , συγκινητική και πρωτόγνωρη για την εποχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

3 Δεκεμβρίου 2015 Άλιμος

About Χρήστος Ευαγγέλου