«ΔΕΚΑΔΕΣ»

Εδώ και καιρό έχω ξεκινήσει την απογραφή –καταγραφή και φωτογράφηση όλων των σπιτιών του παλιού χωριού της Πλαταριάς. Σκοπός μου να περισώσω ότι έχει απομείνει . Έστω και τα ερείπια. Γιατί ερείπια υπάρχουν. Τουλάχιστον να ξέρουν οι απόγονοι πόσα σπίτια υπήρχαν, ποιοι τα είχαν, πως ήταν κτισμένα και την ακριβή τους θέση.

Στέκομαι σε κάθε σπίτι χωριστά. Τα σωθικά του όλα έξω ..Γκρεμισμένοι τοίχοι , πεσμένες στέγες,«γριντιές», καλάμια και σανίδες της στέγης, σάπιες πόρτες , παράθυρα με τα κάγκελα που χάσκουν. Κεραμίδια, πέτρες, ξύλα , και καλάμια των χωρισμάτων όλα ανάκατα το ένα πάνω στο άλλο. Τα χωρίσματα είναι φτιαγμένα από ξύλα, καλάμια και σοβατισμένα με μίγμα άσπρου χώματος, άχυρου και νωπά κόπραινα αγελάδας. Η βροχή και ο αέρας τα έχει καταστρέψει. Έχει φύγει το… επίχρισμα, έχουν σαπίσει τα καλάμια και μένει ο σκελετός που σου προκαλεί δέος λες και είναι τα…κόκαλα του νεκρού σπιτιού. Με πιάνει το παράπονο…

Μπαίνω μέσα στο σπίτι. Να η «βάτρα», να το τζάκι, να τα δύο σε εσοχή ντουλαπάκια –τρύπες δεξιά και αριστερά στις δύο αγκώνες, να το ντουλάπι-τρύπα προς την ανατολή για το καντήλι… Δεν υπήρχε ταβάνι, δεν υπήρχε δυνατότητα να φεύγει ο καπνός…Οι τοίχοι είναι ακόμη μαύροι από τότε. Το δάπεδο από το ίδιο μίγμα. Όταν έσταζε από τα σπασμένα κεραμίδια γινόταν λάσπη.. Στέκομαι σιωπηλός, σκέπτομαι, θυμάμαι. Παναγιά μου που και πως μεγαλώσαμε… Και αφού με το βλέμμα μου, έτσι σαν κάμερα « γράψω» μέσα μου κάθε λεπτομέρεια του χώρου κλείνω τα μάτια και να στην ψυχή μου το σπίτι γίνεται όπως ήταν τότε, να όλη η οικογένεια .

« Κουβεντιάζω μαζί τους, χαϊδεύω τις πέτρες, έτσι σαν να τους χαιρετώ και προχωρώ στον κήπο του σπιτιού. Έρημοι και αυτοί. Πεσμένοι ο μαντρότοιχοι , αγκάθια , χόρτα. Γκρεμισμένες και οι κουζίνες που ήταν από ξηρολιθοδομή και σε κοντινή απόσταση από το σπίτι και ακόμη πιο πέρα τα « κενέφια» [ τουαλέτες]. Οι πέτρες των εξωτερικών τοίχων έχουν τους ίδιους λεκέδες που παρουσιάζονται στα χέρια και στο πρόσωπο των ανθρώπων που γεράζουν. Γέρασαν λοιπόν και αυτές και έβγαλαν τους λεκέδες –προειδοποίηση των γερατειών.

Πριν φύγω μιλώ στο μαγνητόφωνο και αυτό γράφει. Αναφέρομαι στην ιστορία κάθε σπιτιού κάνοντας την περιγραφή και ονοματίζω τους ανθρώπους που έζησαν με σύντομα βιογραφικά στοιχεία. Με βαθιά θλίψη λέω και την σημερινή κατάσταση. Ακόμη με την Ελένη μετρούμε τις διαστάσεις και αποτυπώνουμε στο χαρτί τα σπίτια ώστε να έχουμε και τα σχέδιά τους.

Σήμερα είχε σειρά το σπίτι του Λιών-Τάση [ Λεωνίδα Αναστασίου Θεοδώρου]. Είναι κοντά στο δικό μου, είμαστε γειτονιά. Είναι και αυτό ένα κλασικό ορθογώνιο σπίτι κτισμένο με ξερολιθιά, με τετράριχτη στέγη ,χωρίς ταβάνι ,σοβατισμένο από μέσα με το μίγμα που ανέφερα προηγουμένως και το δάπεδο το ίδιο. Ο ενιαίος χώρος είναι χωρισμένος στα δύο. Μπαίνοντας αριστερά είναι μικρότερος και χρησιμοποιείτο ως κουζίνα …. το χειμώνα. Είχε την «βάτρα» όπου άναβαν φωτιά και μαγείρευαν με χρήση πυροστιάς. Ο άλλος χώρος ο μεγαλύτερος χρησιμοποιείτο για υποδοχή […. Σαλόνι], υπνοδωμάτιο και για τραπεζαρία με μοναδικό τραπέζι το…… «σουφρά»..

Η Λιώνλια [ η κυρά Σοφία γυναίκα του
Μπάρμπα Λιώνη ] ήταν πολύ καλή γυναίκα, ήρεμη, ήσυχη και πολύ αγαπητή και νοικοκυρά. Σε όλα τα παιδιά της γειτονιάς έδινε ότι καλούδια είχε…αμύγδαλα, ρόδια, συκομαίδες και φέτες ψωμί με λάδι και αλάτι ή με λάδι και ζάχαρη ή με νερό και ζάχαρη ….. όταν είχε ….ζάχαρη… Ο Μπάρμπα Λιώνης ήταν λίγο αυστηρός ή έτσι νόμιζα εγώ. Είχαν μεγάλη αυλή πλακοστρωμένη με χόρτο στους αρμούς.

Ο Μπάρμπα Λιώνης σπάνια πήγαινε «στα μαγαζιά» και κάπνιζε πολλά τσιγάρα και όχι «λαθραίο». Δεν χρησιμοποιούσε τσακμάκι με πέτρα και φυτίλι όπως οι άλλοι. Χρησιμοποιούσε σπίρτα. Σαν άναβε το τσιγάρο έσβηνε με ένα φύσημα το σπίρτο και το πετούσε στην αυλή.

Το είχα προσέξει αυτό και όταν η δασκάλα στη πρώτη τάξη

μας ζήτησε να κάνουμε δεκάδες ή πιο σωστά να της πάμε δεκάδες με καλά ξυλαράκια όμορφα και ομοιόμορφα σε μήκος και … πάχος σκέφτηκα πως τα σπίρτα του Μπάρμπα Λιώνη θα είχα την καλύτερη δεκάδα.

Πως όμως να πάω έτσι χωρίς λόγο στην αυλή, πώς να πω στον ίδιο ή στην κ. Σοφία για τα σπιρτόξυλα ; Πήγαινα λοιπόν κρυφά τα μεσημέρια όταν γύριζα από το σχολείο που συνήθως κοιμόταν και προσπαθούσα στα γρήγορα να τα μαζέψω. Άλλοτε πάλι πήγαινα πως δήθεν κάτι ήθελε η μάνα μου ,αλλά τα μάτια μου κοιτούσαν χάμω δεξιά-αριστερά για να τα εντοπίσω . Η Λιόνλια ήταν νοικοκυρά και σκούπιζε συχνά και έτσι τα …. σπιρτόξυλα ήταν μαζεμένα στους αρμούς των πλακών και τα είχα εντοπίσει. Είχα αρχίσει να μαζεύω αλλά δεν ήταν όλα κατάλληλα. Άλλα είχαν καεί περισσότερο και άλλα λιγότερο και επομένως δεν είχαν το ίδιο ύψος.

Η δασκάλα στο μεταξύ είχε ορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία που έπρεπε να πάμε τις δεκάδες. Τι να έκανα ; Ένα τρόπος ήταν να αγοράσω ένα κουτί σπίρτα από το μπακάλικο του Χαρίλου. Όμως τότε η δασκάλα θα έλεγε ότι έκανα τη δεκάδα χωρίς κόπο και δεν θα φαινόταν η δική μου δουλειά. Και από την άλλη πώς να ζητήσω από την μάνα μου ένα….. αυγό για να το αγοράσω; Με ένα αυγό μπορούσαμε να αγοράσουμε άλλα πράγματα που είχαμε ανάγκη στην οικογένεια, όπως κλωστές, τσαπράκια, βελόνες, κόμπιτσες, ένα χαρτάκι πιπέρι κόκκινο ή μαύρο, αλάτι, ένα μολύβι ή ένα τετράδιο… Έτσι λοιπόν αναγκάστηκα…. να ζητήσω τη βοήθεια της κυρά Σοφίας. Ξαφνιάστηκε, απόρεσε που τόσο καιρό δεν της το είχα πει.« Θα σου μάσω εγώ μου είπε όλα τα σπίρτα του Μπάρμπα -Λιώνη για να τα πας στη δασκάλα σου. Γιατί δεν μου το έλεγες τόσο καιρό; » συμπλήρωσε. Έσκυψα το κεφάλι και δεν απάντησα και τρέμοντας από χαρά έφυγα τρέχοντας για το σπίτι. Την άλλη μέρα κιόλας είχα πολλά καμένα σπιρτόξυλα. Η κ. Σοφία με φώναξε και μου τα έδωσε. Τα είχε στην ποδιά της , έτσι σαν να ήταν καλούδια.

Χαρούμενος πήγα σπίτι και αναζήτησα το μαχαίρι του πατέρα που έκοβε καλά . Αποτελείτο από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με άρθρωση. Το ένα ήταν το μεταλλικό τμήμα, το μαχαίρι που στην μία πλευρά έγραφε τη λέξη « Τέλης -Πιτέλης» και από την θήκη που ήταν από κέρατο τράγου ή κριαριού όπου δίπλωνε στην εγκοπή που είχε με το κοφτερό μέρος προς τα μέσα. Ο πατέρας το τρόχιζε σε μία μεγάλη τσακματόπετρα και από τις δύο μεριές ρίχνοντας κάθε τόσο το …. σάλιο του για να τροχίζεται καλύτερα , όπως έλεγε. Με το μαχαίρι αυτό έκανε όλες τις δουλειές . Έκοβε το ψωμί στο χωράφια που ήταν, αλλά και τα νύχια του αφού έπλενε τα χέρια του…Που να βρεθεί νυχοκόπτης…

Τα σπιρτόξυλα ήταν πολλά. Διάλεξα τα καλύτερα, τα ψηλότερα και έφτιαξα δύο δεκάδες. Η μία δεκάδα ήταν πιο … ψηλή από την άλλη αλλά η κάθε μία είχε…. το μπόι της. Έδεσα την κάθε μία χωριστά με κλωστή από την ροδέλα που μου έδωσε η μάνα. Τις έβαλα στην πάνινη τσάντα μου και νόμιζα πως είχα δύο θησαυρούς. Θυμάμαι πως η δασκάλα η κ. Κούλα είχε παραδεχτεί πως «ο Χρήστος έχει τις καλύτερες …δεκάδες »….

Και αφού νοερά έκανα και σήμερα ,όση ώρα στεκόμουν μπροστά στο σπίτι, άλλες δύο « δεκάδες» από τα σπιρτόξυλα του Μπάρμπα Λιώνη που μου έδωσε η Λιώνλια με βουρκωμένα μάτια τράβηξα να αποτυπώσω το σπίτι της «Σάνας». Άλλες αναμνήσεις, άλλες συγκινήσεις με περιμένουν… Κάθε σπίτι έχει τη δική του ιστορία..

[«ΤΙΤΑΝΗ»-Φ.658/18-6-2006]

About Χρήστος Ευαγγέλου