ΑΛΕΠΟΥΔΕΣ (ΔΕΡΠΛΙΑ)

αλεπούδες

Το σπίτι ήταν στην άκρη του χωριού, το τελευταίο. Κοντά ήταν το αλώνι και μετά ελαιόδεντρα , χόρτα και  θάμνοι , όπως παλιούρια, ασφάκες, σπάρτα. Σε απόσταση τριακοσίων περίπου μέτρων ήταν   η χαράδρα , « λάκος» του « Τσέκουρη». Εκεί υπήρχαν και μικρές σπηλιές  «γράβες», όπως τις λέγαμε.

      Όλες αυτές οι προϋποθέσεις ευνοούσαν την
παρουσία αλεπούς. Και είχε πολλές. Μας έτρωγαν τις κότες και είχαμε    σοβαρό πρόβλημα. Μόλις ξεμάκραιναν λίγο
μέχρι το αλώνι η αλεπού την άρπαζε και οι υπόλοιπες πετώντας και
φοβισμένες  έρχονταν στην αυλή
κακαρίζοντας δυνατά. Έτσι λοιπόν δεν μπορούσαμε να τις αφήσουμε ελεύθερες. Ούτε
είχαμε τη δυνατότητα να τις ταΐζουμε 
κλεισμένες, έστω και αν είχαμε δικό μας καλαμπόκι και στάρι από τα χωράφια
μας .  Οι σοδειές ήταν μικρές, δεν
περίσσευε για τις κότες. Τους δίναμε …… μουσκεμένα τα πίτουρα.

     Οι κότες 
ήταν σοβαρός παράγοντας για την οικιακή οικονομία . Εξασφαλίζαμε το
κρέας και τα αυγά. Τα αυγά ήταν χρήμα μετρητό ,αφού αγοράζαμε τα πάντα. Αυγά
τρώγαμε συχνά, ως πρόχειρο φαγητό. Αυγά μάτια τηγανιτά, αυγά μάτια με ντομάτα,
αυγά χτυπητά με τυρί ή χωρίς τυρί , αυγά βραστά , αυγά σε ζεστό νερό , αυγά για
πίτες, αυγά για …..τις κλώσες.

Έπρεπε λοιπόν να λάβουμε τα μέτρα μας, να τις προστατέψουμε από τις αλεπούδες. Τι να κάνουμε όμως ;    .Το κοτέτσι ήταν ένα απλός   οικίσκος από ξερολιθιά  ύψους  ενός μέτρου περίπου και η στέγη ήταν από « αρσενικό ψαθί»  και χόρτα που κόβαμε στα χαντάκια του κάμπου.  Η είσοδος του ήταν μία τρύπα την οποία  κλείναμε με μία μεγάλη πέτρα. Δεν είχαμε  σκύλο για να το δένουμε τη νύχτα δίπλα στο κοτέτσι. Ήταν ασύμφορο να ταίζεις  σκύλο μόνο για να σου φυλάει τις κότες. Η αλεπού λοιπόν  μπορούσε να έρχεται άφοβα, αφού δεν είχε σκύλο ούτε κανένας γείτονας. Αν δεν μπορούσε να κυλήσει την πέτρα  της πόρτας ανέβαινε στην στέγη    άνοιγε σχετικά εύκολα   τρύπα και άρπαζε την κότα και  « δρόμο». Οι  κότες φώναζαν   δυνατά όλες μαζί και πιο πολύ βέβαια εκείνη που είχε αρπάξει.

      Το  
πρόβλημα όμως δεν ήταν μόνο τη νύχτα. Η « κυρά Μάρω» ερχόταν  πρωί και απόγευμα και όποια κότα είχε
απομακρυνθεί  την άρπαζε. Πως να
αντιδράσουμε ; Όπλα δεν είχαμε. Ούτε μονόκανο ούτε δίκανο. Δεν υπήρχαν
κυνηγοί.  Και ποιος να κάτσει
καρτέρι  πρωί και απόγευμα ; Όσοι ήταν
στα Τ.Ε.Α  που είχαν πολεμικά όπλα και
σφαίρες απαγορευόταν να τα χρησιμοποιήσουν. Πως να δικαιολογήσουν τις σφαίρες.
Μετά ήταν και οι χωροφύλακες που μόλις άκουγαν πυροβολισμούς έτρεχαν

αμέσως .

        Μία προσωρινή λύση δόθηκε με τις  φόλες του Δασαρχείου το οποίο τις είχε
επικηρύξει. Είχε δοθεί άδεια στον Κωνσταντίνο Περικλή Τσομπόλη [ Νίνο Περικλή]
να βάλει τις φόλες . Δηλητηριάστηκαν αρκετές και είχαμε ησυχάσει για λίγο
καιρό, αλλά  είχαν δηλητηριαστεί και
σκυλιά του χωριού. Έτσι απαγορεύτηκε η χρήση τους και οι αλεπούδες επανήλθαν.

   Τι έμενε να κάνουμε ; Μετά από πολλές
σκέψεις αποφασίσουμε να τις…. διώχνουμε με το θόρυβο  χτυπώντας έναν τενεκέ… πρωί και απόγευμα. Ο
τενεκές ήταν παλιός   από λάδι ή ελιές .
Τον κρατούσαμε  στο αριστερό χέρι και με
το δεξί το χτυπούσαμε με ένα ξύλο δυνατά για να… ακούγεται καλά και μακριά.
Πήγαινα θυμάμαι  μέχρι το αλώνι, ακόμη
πιο πέρα και μέχρι το λάκκο «Τσέκουρη». 
Το πρωί  πριν πάω σχολείο χτυπούσα
στα γρήγορα  μέχρι το αλώνι  και το σούρουπο , που συνήθως ερχόταν η κυρά
Μάρω ,  κτυπούσα αρκετή ώρα και πήγαινα
πιο μακριά .  Με τον καιρό όμως  οι αλεπούδες συνήθισαν τον θόρυβο του τενεκέ
και δεν φοβόντουσαν. Αρκετές φορές τις είδα 
να στέκονται σε λίγη απόσταση από εμένα και να με κοιτάζουν. Μόλις
λοιπόν σταματούσα και γυρνούσα σπίτι ακουγόταν οι φωνές και τα κακαρίσματα της
κότας που είχε αρπάξει.

    « Δεν είναι δουλειά αυτή , είπε ο πατέρας .
Δεν μπορεί το παιδί  να χτυπά πρωί –βράδυ
τον τενεκέ. Θα τις λιγοστέψουμε τις κότες 
γυναίκα , είπε στην μάνα μου. Θα κάνουμε καλύτερο και μεγαλύτερο κοτέτσι
και θα τους δίνουμε περισσότερο καλαμπόκι , να είναι χορτάτες και να μην
πηγαίνουν προς το αλώνι».

        Και έτσι έγινε. Μετά είχα μεγαλώσει και
εγώ και ντρεπόμουν να χτυπώ τον τενεκέ  για να διώχνω τις …. αλεπούδες. Έτσι
ησυχάσαμε και είχαμε λιγότερες απώλειες.

    Θα κλείσω τις « αλεπουδοαναμνήσεις
μου»  με την ιστορία μιας αλεπούς που την
πιάσαμε ζωντανή.   Αυτή η κυρά Μάρω  είχε 
μεγάλο θράσος.  Δεν είχαμε σκυλί
και όταν ήθελε ερχόταν τη νύχτα  και μέσα
από το κοτέτσι άρπαζε την κότα. Ανέβαινα στη στέγη του κοτετσιού και με τα
πόδια της άνοιγε μία τρύπα. Έχωνε το κεφάλι της άρπαζε την κότα και δρόμο. Οι
…. άντρες του σπιτιού το έφεραν βαρέως. Έπρεπε να της δώσουν ένα μάθημα. Ένα βράδυ
λοιπόν που έβρεχε, φύσαγε και έκανε κρύο 
πήραν τις κότες και τις έβαλαν στο καλύβι των βοδιών, αφού τις έδεσαν.
Άφησαν μόνο μία και άνοιξαν σκόπιμα μεγάλη 
τρύπα ή οποία όμως δεν φαινόταν . Όταν λοιπόν θα ερχόταν η…. κυρία
αλεπού θα έπεφτε ολόκληρη μέσα οπότε θα 
την προλάβαιναν. Όλοι ήταν στο πόδι με ξύλα, τσεκούρι… καμάκι. Η
αλεπού  ήλθε μετά τα μεσάνυκτα.  Είχε πέσει μέσα στο κοτέτσι και προσπαθούσε
να πιάσει την κότα. Τρέχουμε όλοι και οι 
ο πατέρας με τον αδελφό μου έβαλαν καπάκι μία μεγάλη λαμαρίνα πάνω στο
κοτέτσι για να μη μπορεί να πεταχτεί έξω η αλεπού.  Παραμέρισαν λίγο τη λαμαρίνα και την
χτυπούσαν δυνατά με την άκρη  του ξύλου .
Αυτή αντιστέκονταν , προσπαθούσε να προφυλαχθεί     αλλά τα χτυπήματα ήταν δυνατά  . Σιγά-σιγά άνοιγε όλα και περισσότερο το
κενό και με τη βοήθεια του φακού εντοπίστηκε και τα χτυπήματα ήταν γρήγορα και
αποτελεσματικά. Έδειχνε να έχει χάσει τις αισθήσεις της και με γρήγορες
κινήσεις ο αδελφός μου την έδεσε με αλυσίδα και την τράβηξε έξω. Τραβώντας της
την έδεσε σε μία ελιά.  Την κότα δεν είχε
προλάβει να την δαγκώσει.  Επιτέλους θα
ησυχάζαμε από αυτήν την αλεπού. Μετά από λίγο ακούστηκαν τα γαυγίσματα των
σκύλων τα οποία την εντόπισαν και την κατασπάραξαν. Ακουγόταν οι φωνές της
ανάμεσα στα γαυγίσματα . Κανένας δεν ένιωσε λύπη. Μόνο ο πατέρας είπε «
καλύτερα να την είχαμε σκοτώσει. Να ζήσει ήθελε και αυτή ». Κανείς δεν είπε
τίποτε. Το πρωί την πετάξαμε πέρα από το αλώνι. 
Η μυρωδιά της για αρκετό καιρό 
ήταν αισθητή …  Οι
αλεπούδες  δεν μας επισκέφθηκαν  για αρκετό καιρό…Ίσως να είδαν τι έπαθε η
…..φιλενάδα τους.

     Τότε ήμουν μικρό παιδί και αφού οι
αλεπούδες έτρωγαν τις κότες έπρεπε…. να τιμωρηθούν. Τώρα μετά από τόσα
χρόνια  μεγάλωσα και …. διαφωνώ με όσα
έγιναν εκείνο το βράδυ. Απλά μου έμειναν οι αναμνήσεις εκείνων των χρόνων…

[« ΤΟΛΜΗ» Φ.389/17-8-2006
και «ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΗ» Φ.12041/28-5-2014]

About Χρήστος Ευαγγέλου