Έτσι έβγαλα τα πρώτα μου χρήματα

Τα πρώτα μου χρήματα !……

Για πρώτη φορά που τα χρήματα ήταν δικά μου. Και μάλιστα μαθητής Δημοτικού Σχολείου, εκείνα τα χρόνια στη δεκαετία του 50. Μεροκάματο; Όχι βέβαια. Που να δουλέψω. Τόσο μικρός και αδύνατος, μικροκαμωμένος ! Εξάλλου μόνο γεωργικές δουλειές υπήρχαν. Όργωμα, σβάρνισμα, σπορά, πότισμα, σκάλισμα, θερισμός, αλώνισμα, χόρτο και άχυρο για τα ζώα. Και όλες τις έκαναν οι ίδιοι οι γεωργοί με τα μέλη της οικογένειας. Γι’ αυτό ,άλλωστε, έκαναν και πολλά παιδιά για να έχουν «χέρια». Μόνο στο σκάλο και στο θέρισμα έπαιρναν εργάτες και τους πλήρωναν με λάδι ή με «καρπό» δηλαδή στάρι ή καλαμπόκι ανάλογα με τι ήταν σπαρμένο το χωράφι. Ήταν και οι ελιές. Πλήρωναν με λάδι τους ραβδιστές και τους εργάτες που μάζευαν. Αυτές τις δουλειές δεν μπορούσα να τις κάνω.

Τότε πως έβγαλα τα χρήματα ; Τα…. έβγαλα από τα αμύγδαλα. Ακούστε; Τις αμυγδαλιές τις ράβδιζε ο πατέρας με ράβδες από παλιούρι ή αγριελιά , που είχαμε από το ράβδισμα της ελιάς». Οι κήποι ήταν φραγμένοι με παλιούρια. Τα κλαδιά «έπεφταν» περνούσαν τους φράκτες και έφταναν στους κήπους των γειτόνων. Για να μην πέφτουν στους φράκτες, από όπου ήταν δύσκολο να τα μαζέψουμε, ρίχναμε κομμάτια παλιάς ψάθας. Δεν σκεπαζόταν καλά. Έτσι αρκετά έπεφταν μέσα στα παλιούρια του φράχτη και χρειαζόταν χρόνος και υπομονή για να τα μάσουμε. Ο πατέρας δεν διέθετε χρόνο, δεν «άδειαζε να τα μάσει». Μου πρότεινε ,λοιπόν, να τα μαζέψω και να είναι δικά μου. “Να τα μάσεις και να αγοράσεις παντελόνι και παπούτσια. Έρχεται χειμώνας. Να μη πάνε χαμένα. Τώρα που δεν έχεις μαθήματα μπορείς να τα μάσεις». Πράγματι μαθήματα δεν είχα ,αφού ήταν Ιούλιος-Αύγουστος μήνας. Μαζεύαμε λοιπόν κανονικά όλα τα αμύγδαλα, τα ξεφλουδίζαμε και τα απλώναμε στις πλάκες του αλωνιού. Το μεσημέρι που όλοι κοιμόταν εγώ μάζευα τα αμύγδαλα που είχαν πέσει στους φράκτες. Με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού ή της «ράβδας» έσπρωχνα τα αμύγδαλα να καταλήξουν στη ξερολιθιά του φράχτη. Μετά ανασήκωνα με προσοχή, τέχνη και υπομονή τα παλιούρα. Έκανα τόπο να φτάνει το χέρι μου κρατώντας ανασηκωμένο το παλιούρο. Έτσι, αμύγδαλο το αμύγδαλο, σπυρί-σπυρί, σήμερα 10, αύριο 20, μεθαύριο 30 μαζεύτηκαν αρκετά. Τα ξεφλούδιζα μόνος, τα άπλωνα στο αλώνι δίπλα και ξεχωριστά από τα «αμύγδαλα του σπιτιού».. «Αυτά είναι τα αμύγδαλα του Χρήστου» έλεγαν όλοι. Ποτέ δε διανοήθηκα να πάρω από το σωρό να τα βάλω στα «δικά μου». Το θεωρούσα δεδομένο, ότι μόνο αυτά μου άνηκαν, αυτά που μου επέτρεψε ο πατέρας. Καμάρωνα που ήταν δικά μου, πως μου άνηκαν και κυρίως που «έβγαλα για πρώτη φορά χρήματα που θα έκανα ό,τι ήθελα». Αλλά τι θα έκανα; Απλά θα αγόραζα το κοντό παντελόνι με τις τιράντες και ίσως και παπούτσια για το χειμώνα. Έξυπνος ο χειρισμός, το κίνητρο του πατέρα μου. Έτσι κι αλλιώς το παντελόνι θα το αγόραζε. «Δεν μπορώ να το μπαλώσω άλλο το παντελόνι του παιδιού» έλεγε η μάνα. «Ντρέπομαι να το στείλω έτσι σχολείο». «Μήπως θέλω εγώ ,Νίκο, μπαλωμένο το παιδί;». Έτσι έλεγε ο ένας τον άλλο. Με το όνομα του πρώτου παιδιού, δηλ. του πρώτου αγοριού, που ήταν ο Νίκος. «Να τώρα με τα αμύγδαλα θα του το αγοράσω», έλεγε ο πατέρας .

Γκρίνιαζε η μάνα που παιδευόμουν στον ήλιο να μαζεύω από τους φράκτες τα «κορκολόγια». «Θα αρρωστήσει το παιδί, θα πάθει ηλίαση, θα πάθει θέρμες», του έλεγε.… «Του έδωσα να φοράει την τρίτσα μου”, έλεγε ο πατέρας. «Άστον να μάθει να δουλεύει, και γιατί να πάνε χαμένα τα αμύγδαλα;».« Να φοράς την τρίτσα, γιατί γκρινιάζει η μάνα σου» μου έλεγε . « Μα πιο πολύ σε θέλει εκείνη από εμένα ;», συμπλήρωνε..

Εκείνη τη χρονιά ,της Τετάρτης Δημοτικού, είχαμε μεγάλη σοδειά. Είχα μαζέψει πολλά. Τα ζύγιζα με την παλάντζα σχεδόν κάθε μέρα. Τρεις οκάδες, πέντε οκάδες και όλο μάζευα. Είχα φτάσει δώδεκα οκάδες. Τα είχα χωριστά σε δικό μου σακί. Τα απλώναμε και ανακατεύαμε κάθε μέρα και σπάγαμε δυο-τρία στην τύχη από το σωρό, για να δούμε αν στέγνωσε και η ψίχα.

Όταν ήρθε η ώρα να τα πουλήσουμε, ο πατέρας ζύγισε και τα δικά μου. «Έλα να δεις μου λέει..Είναι δώδεκα οκάδες, θα σου βάλω και τρεις οκάδες από το σωρό για να γίνουν δεκαπέντε οκάδες. Τις χαρίζω γιατί κουράστηκες τόσα μεσημέρια στον ήλιο. Χαλάλι σου. Θα τα πουλήσω μαζί με του σπιτιού. Θέλεις χρήματα ή να σου πάρω το παντελόνι;». Χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη κουβέντα του είπα: «Το παντελόνι πατέρα, όπως συμφωνήσαμε». Έτσι κι έγινε. Το βράδυ μου έφερε ένα κατακαίνουργιο ντρίλι παντελόνι με σταυρωτές τις τιράντες πίσω «για να μην πέφτει το παντελόνι, του παιδιού» έλεγε η μάνα.

Έτσι απόχτησα τα πρώτα χρήματα. Το πρώτο κοντό παντελόνι με τις λοξές τιράντες στην πλάτη… Χρόνια δύσκολα, φτωχά, μα χωρίς το περιττό.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

[Πλαταριά 16 Αυγούστου 2017

About Χρήστος Ευαγγέλου