Καλλιέργεια καλαμποκιού στον κάμπο της Πλαταριάς

Καλλιέργεια καλαμποκιού

 

Ο κάμπος ήταν ποτιστικός. Η καλύτερη παραγωγή ήταν το καλαμπόκι. Άσπρο καλαμπόκι. Ντόπιο. Είχε απόδοση. Εξασφαλίζαμε το ψωμί της χρονιάς μας. Την μπομπότα μας. Ήταν και οι σοδειές από λάδι και αμύγδαλα. Αν πήγαιναν όλες καλά και περίσσευε πληρώναμε την Αγροτική Τράπεζα, από την οποία παίρναμε δάνεια ,και τα βερεσέδια του μπακάλη. Ευτυχώς είχε βαπτίσει όλα τα παιδιά και δεν μας πίεζε πολύ !! Φτώχεια ναι. Πείνα όχι. Απλά πράγματα.

Ο πατέρας ήταν συστηματικός γεωργός για τα δεδομένα της εποχής. Δούλευε σκληρά και σχεδόν κάθε χρόνο η σοδειά του ήταν καλή. Φθάναμε 800 με 1000 οκάδες καλαμπόκι ..σπυρί. Παρακολουθούσα όλες τις φάσεις της καλλιέργειας. Πρώτο όργωμα με το σιδερένιο αλέτρι [ μάκινα ]. Δεύτερο όργωμα σταυρωτά. Στέγνωνε το χώμα για δύο-τρεις μέρες. Και μετά σβάρνισμα. Αχ το σβάρνισμα. Πόσο μου άρεσε. Ήταν παιγνίδι.[ Έχω γράψει σε άλλο κείμενό μου πως ακριβώς γινόταν]. Μετά το σβάρνισμα άνοιγαν αυλάκια με το ξύλινο αλέτρι με το υνί. Μπροστά το ζευγάρι να ανοίγει το αυλάκι με τον ίδιο το γεωργό και πίσω άλλος γεωργός –γείτονας ή χωριανός ή το μεγάλο «παιδί» [αγόρι] ή η γυναίκα να ρίχνει σπυρί -σπυρί το καλαμπόκι σε απόσταση [ μίας αντρικής πιθαμής»[ 15-20 πόντους] και με το πόδι να το σκεπάζει. Η απόσταση μεταξύ των αυλακιών χαράζονταν με το « μάτι» και απείχαν περίπου 40 πόντους. Ακολουθούσε το πότισμα σε όλη την επιφάνεια του χωραφιού. Το καλαμπόκι θέλει νερό. Υπήρχε το νερό των πηγών του Μύλου [ Υπήρχε νερόμυλος]. Είχαν κάνει , ένα πρόχειρο γερό φράγμα . Τη λέγαμε « Δέση»[ Έχω αναφερθεί σε κείμενο με τον ίδιο τίτλο] . Σε λίγες ημέρες φύτρωναν το ένα δίπλα στο άλλο, γραμμή τη γραμμή, σε σειρά σαν μικρά πράσινα ανθρωπάκια. Το χωράφι έπαιρνε άλλη μορφή και είχες την αίσθηση πως κάποιος τις νύχτες τράβηξε στο χωράφι πράσινες χοντρές γραμμές. Ένα θαύμα της φύσης , λες και τις έκανε ο ίδιος ο Θεός ή κάποιος Άγγελος σταλμένος από τον ουρανό. Ρίχνεις στο χώμα ένα σπόρο και βγαίνει καινούργια ζωή. Η μάνα γη γονιμοποιείται και γεννάει το ψωμί μας , την νόστιμη , γλυκιά μπομπότα.

Μετά από δύο-τρία ποτίσματα τα καλαμπόκια όλο και μεγαλώνουν. Βλασταίνουν. Πράσινα-πράσινα. Σκούρα πράσινα. Αφού φθάσουν στο μπόι 20-30 πόντους τα αραιώνουν για να δυναμώσουν. Πρώτα απομακρύνουν τα ασθενικά, τα μικρά. Ακολουθεί ο « σκάλος». Μαζεύουν το χώμα δεξιά-αριστερά κάθε σειράς προς την πλευρά των φυτών ώστε μεταξύ των να δημιουργηθούν αυλάκια ανάμεσα στις σειρές, τα οποία θα γεμίσουν με νερό με το πότισμα και οι ρίζες τους θα τραβούν το νερό. Πράσινες κοπελιές έτοιμες να παρελάσουν πριν ανθίσουν.

Έτσι μέρα τη μέρα μεγαλώνουν. Βγάζουν λουλούδια. Όλο και ψηλώνουν. Από τα κορμιά τους ξεπετιούνται τα στάχυα έτσι σαν χέρια ! Σιγά-σιγά ο καρπός « δένει», μεγαλώνει. Προχωρεί η …εγκυμοσύνη .Έτσι όπως γίνεται σε κάθε γέννα στα ζώα και στους ανθρώπους ! Βγάζουν μουστάκια ! Ο πατέρας μου παρακολουθούσε τακτικά και από κοντά κάθε στάχυ και όλα τα στάχυα. Υπήρχαν ζώα αδέσποτα που μπορούσαν να κάνουν ζημιά. Υπήρχε ο δραγάτης [ αγροφύλακας] αλλά μόνο για την ημέρα. Για τη νύχτα ο κυριότερος εχθρός ήταν ο ασβός που έκανε μεγάλες ζημιές. Έτρωγε, όσα έτρωγε και μετά τα κατέστρεφε. Έτσι ο πατέρας γυρνούσε όλη τη νύχτα. Μάλιστα όταν οι ασβοί ήταν πολλοί μέναμε στο χωράφι . Κάναμε ένα υπερυψωμένο κατά δύο μέτρα περίπου πατάρι με διάφορα ξύλα και από ψηλά ο πατέρας παρακολουθούσε και κοιμόταν. Το λέγαμε « στράτι». Κοιμήθηκα και εγώ αρκετά βράδια. [Και για το « Στράτι» έχω γράψει σε άλλο κείμενο με αυτό τον τίτλο]. Παρακολουθούσε όλη τη νύχτα. Στο μεταξύ μέχρι να θεριστούν χρειαζόταν τουλάχιστον 3-4 ποτίσματα

Με αγωνία περιμέναμε τα πρώτα στάχυα, τις ρόκες, για να τα ψήσουμε . Ο πατέρας αποφάσιζε πότε ήταν έτοιμα για να μας τα φέρει . Γέμιζε το τορβά που έπαιρνε το ψωμί, το νερό, το φαγητό του. Δοκίμαζε με το νύχι του , αφού άνοιγε λίγο το περίβλημα. Έπρεπε να μπαίνει το νύχι. Ούτε πολύ μαλακά, ούτε πολύ σκληρά τα σπυριά του. Τρώγαμε από ένα , δύο ,τρία. Ρίχναμε και αλάτι. Και με το αλάτι διψούσαμε ! Πίναμε ένα-δύο ποτήρια και η κοιλιά γινόταν τούμπανο. Έτσι περνούσε η νύχτα χωρίς να χρειάζεται φαγητό !

Όταν άρχιζαν να «ασπρίζουν» τα περιβλήματα, τα φύλλα των σταχυών [ οφλέ] και το αποφάσιζε ο πατέρας κόβαμε το τμήμα που ήταν πάνω από το στάχυ [ τζιούφα] για να δυναμώσει ο καρπός. Απλώναμε στον ήλιο τα τμήματα αυτά για να ξεραθούν και μετά τα δέναμε δεμάτια. Ήταν εξαιρετική τροφή για τα βόδια το χειμώνα.

Ο κάθε γεωργός παρακολουθούσε την ωρίμανση των σταχυών και πότε έπρεπε να αρχίσει ο θερισμός. Τα σπυριά έπρεπε να ήταν σκληρά , να μη μπαίνει το νύχι. Το μάζεμα γινόταν με τα χέρια. Ένα –ένα στάχυ κοβόταν- τραβιόταν με τα χέρια ή κοβόταν με μαχαίρι. Θέριζαν τα χωράφια με τη σειρά. Η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλες. Ο γεωργός ,τον οποίο βοηθούσαν ,απλά πρόσφερε το μεσημεριανό φαγητό στον κάμπο στη μεσημεριανή ανάπαυλα. Σχεδόν ποτέ δεν δούλευαν με μεροκάματο με χρήμα. Η πληρωμή ήταν πάντοτε καλαμπόκι σπυρί σε οκάδες που γινόταν συμφωνία. Σπάνια έδιναν χρήματα. Που να τα βρουν. Υπήρχαν και οικογένειες που δεν καλλιεργούσαν καλαμπόκι ή στάρι είτε γιατί δεν είχαν χωράφια, είτε γιατί δεν ήταν γεωργοί, αλλά κτηνοτρόφοι ή εργάτες που προτιμούσαν το καλαμπόκι για να εξασφαλίσουν το αλεύρι της χρονιάς .

Έκοβαν λοιπόν το στάχυ και το έριχναν σε τορβά που είχαν στην πλάτη ή σε σακιά τα οποία έδεναν στις τέσσερις γωνιές . Έτσι σαν το « σακομαχαλά» των καλατζήδων και το έβαζαν στον ώμο. Κάθε φορά που το γέμιζαν το άδειαζαν σε συγκεκριμένο σημείο του χωραφιού και μάλιστα σε εκείνο που είχε εύκολη πρόσβαση για τα ζώα. Οι αγωγιάτες γέμιζαν τα μεγάλα σακιά «της κόκκινης ρίγας» και φόρτωναν τα ζώα. Μετέφεραν τα στάχυα και ξεφόρτωνα στην αυλή ή στον κήπο του σπιτιού που όριζε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Οι αγωγιάτες πληρώνονταν και αυτοί με καλαμπόκι ή λάδι ανάλογα με τη συμφωνία και σπάνια με χρήματα. Αφού γινόταν η μεταφορά όλης της σοδειάς σειρά είχε το ξεφλούδισμα των σταχυών. Μερικές φορές οι αγωγιάτες δεν προλάβαιναν να μεταφέρουν όλα τα στάχυα. Τότε τα οι θεριστάδες τα ρίχνανε σωρό στο σημείο που τα φόρτωναν οι αγωγιάτες και τότε ο πατέρας υποχρεωνόταν να κοιμηθεί πάνω στο σωρό γιατί υπήρχε κίνδυνος «από τα ζώα με τέσσερα πόδια , αλλά με δύο πόδια » όπως έλεγε , εννοώντας τους πιθανούς κλέφτες . Η επισήμανση αυτή ίσχυε κυρίως στην περίοδο 1940-1944 που οι μουσουλμάνοι τσάμηδες έκλεβαν ό,τι ήθελαν, όποτε ήθελαν. Αλλά πάλι παρασύρθηκα. Ας μη μαγαρίσω τις αναμνήσεις μου με δαύτους ! Μία χρονιά ήλθαν από το Γραικοχώρι και πήρα όλο το στάρι από το αλώνι. Όλο . Το φόρτωσαν με στα ζώα και έφυγαν. Διαμαρτυρήθηκε και του είπαν : Διάλεξε : [ Για Νιοχώρι, για Μενίνα » Δηλαδή ή τη ζωή σου ή το στάρι σου !

Από τις πιο όμορφες, γλυκές αναμνήσεις ήταν το ξεφλούδισμα, «ξετσόφλιασμα» όπως το λέγαμε. Εμείς τα παιδιά το περιμέναμε με μεγάλη αγωνία και χαρά. Η οικογένειά μας είχε αλώνι δικό της κοντά στο σπίτι, στον κήπο μας. Δημιουργείτο ένας μεγάλος σωρός από στάχυα, έτσι σαν ένας μικρός λόφος. Έπρεπε να αρχίσει άμεσα το ξεφλούδισμα γιατί αν ξεραινόταν πάνω στα στάχυα το περίβλημα δυσκολευόμαστε , χάναμε χρόνο στο ξεφλούδισμα γιατί δύσκολα έβγαινε το περίβλημα. Πώς να τελειώσουν στάχυ το στάχυ τόσα πολλά, αμέτρητα στάχυα ; Δεν αρκούσαν τα μέλη της οικογένειας. Έτσι οι γείτονες βοηθούσαν όλοι μαζί το γείτονα με τη σειρά. Αχ Θεέ μου πόσο όμορφες ήταν εκείνες οι βραδιές του Αυγούστου στο αλώνι του πατρικού σπιτιού στο παλιό χωριό. Αξέχαστες, νοσταλγικές, ανεξίτηλες αναμνήσεις. Ριζωμένες στο μεδούλι της ύπαρξής μου !

Το ξεφλούδισμα γινόταν συνήθως το απόγευμα , που έπεφτε ο ήλιος μέχρι τα μεσάνυχτα. Καθόμαστε γύρω-γύρω σταυροπόδι. Είχαμε φτιάξει όλοι τα ξύλινα σουβλιά μας από σκληρό ξύλο και κατά προτίμηση από ξερή αγριελιά. Το ένα άκρο το κόβαμε και από τις δύο πλευρές , ώστε να γίνει πεπλατυσμένο , έτσι σαν λαβίδα, αμφίστομο σουβλί , έτσι σαν μικρό-μικρό ξίφος μήκους 15 -20 εκατοστά. Ο τρόπος ξεφλουδίσματος ήταν ο εξής : Με το αριστερό χέρι κρατούσαμε το στάχυ και την άκρη του την τρυπούσαμε απότομα με το σουβλί μας που είχαμε στο δεξί χέρι . Αφήναμε κάτω το σουβλί και με τα δύο χέρι ανοίγαμε το στάχυ ή πιο σωστά τα φύλλα του περιβλήματος του. Μετά κόβαμε φύλλα του τα οποία πετούσαμε πίσω μας και το στάχυ σε σακιά δεξιά ή αριστερά σε άλλο σημείο που εκ των προτέρων είχαμε κανονίσει , ώστε να μην ανακατεύονται με τα φύλλα. Άμα γέμιζε τα μεταφέραμε στο μεγάλο σωρό σε άλλο σημείο. Την άλλη μέρα τα απλώναμε για να ξεραθούν. Συγχρόνως παρατηρούσαμε μήπως κάποιο από τα στάχυα ήταν σκουληκοφαγωμένο . Αυτά τα ρίχναμε σε άλλο μέρος και τα κρατούσαμε για τις κότες. Αν το ξεφλούδισμα ξεκινούσε απόγευμα οι κότες μας γυρόφερναν γιατί εμείς τα παιδιά μαζεύαμε τα σκουλήκια και τα δίναμε στα πουλάκια της κλώσας , αν « είχε βάλει κλώσα η μάνα » ή στις κότες ! . Και άρεσαν πολύ τα σκουλήκια. Μάλιστα τα πιο χοντρά τα μαζεύαμε σε κουτί από σπίρτα ή κάμελ για τις παγίδες με τις οποίες πιάναμε πουλιά στον κάμπο τις επόμενες μέρες. Θυμάμαι πως ο κόκορας αρχηγός όταν εύρισκε εκείνος ένα σκουλήκι δεν το έτρωγε. Το κρατούσε στο ράμφος του και συγχρόνως καλούσε τις κότες να έλθουν κοντά του. Όποια ερχόταν πρώτη της το άφηνε κάτω και εκείνη το έτρωγε με βουλιμία. Εκείνος αμέσως τη ζευγάρωνε. Το αιώνιο παιγνίδι αρσενικού-θηλυκού. Όλα έχουν το τίμημά τους ! Τα φύλλα τα μαζεύαμε σε σακιά. Ήταν εξαιρετική τροφή για τα βόδια το χειμώνα . Δεν πήγαινε τίποτε χαμένο.

Θυμάμαι με συγκίνηση και απορία την οποία έχω ακόμη πως γινόταν και μερικά από τα στάχυα είχαν τα σπυριά τους απόχρωση κίτρινη προς την ώχρα . Άλλα κόκκινα σαν το αίμα ή ανοικτό κόκκινο ή είχαν γραμμούλες σαν τις τρίχες κόκκινες , έτσι σαν κάποιος να τα είχε ζωγραφίσει. Πως γίνεται, αφού όλος ο σπόρος ήταν άσπρος ; Αυτά εμείς τα παιδιά τα μαζεύαμε και καμαρώναμε ποιος να βρει τα περισσότερα και ομορφότερα.

Είχαμε , όμως και την έγνοια να κρατήσουμε σπόρο για την επόμενη χρονιά. Έτσι ο κάθε γεωργός διάλεγε τα καλύτερα στάχυα, αυτά με το καθαρό και μεγάλο σπυρί και τα έβαζε σε ξεχωριστά σακιά. Ακόμη διάλεγε στάχυα για « κοκοσιάρια» ή « κοκόνια». Σήμερα λέμε …ποπ-κόρν . Το χειμώνα μας τα έφτιαχνε η μάνα στο τηγάνι με λάδι και αλάτι. Για τα Εισόδια της Θεοτόκου το Νοέμβρη βράζαμε και ολόκληρα στάχυα, « ρόκες» στις οποίες ρίχναμε ζάχαρη ή αλάτι και τις τρώγαμε σαν να ήταν …ψημένες ! Το χαρακτηριστικό τους , αν θυμάμαι καλά, ήταν να έχουν μικρό σχετικά σπυρί και να είναι « γυαλιστερά». Σε αυτά δεν κόβαμε τα φύλλα του περιβλήματος. Τα δέναμε ανά δύο, ζευγάρια και τα κρεμούσαμε στη γριντιά « καβάλα», δηλαδή ένα από τη μία πλευρά και το άλλο από την άλλη. « Γκριντιά» λέγαμε το κορμό δέντρου [ δοκός] στο οποίο στηριζόταν η στέγη. Για καλύτερο δέσιμο και στήριξη χρησιμοποιούσαμε και βούρλα.

Στο ξεφλούδισμα βοηθούσε όλη η γειτονιά , αλλά και συγγενείς από άλλη γειτονιά ή από άλλο χωριό. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ανύπαντροι, ανύπαντρες, νέοι, νέες, ανεξαρτήτου ηλικίας με τα σουβλιά στα χέρια καθάριζαν , μάζευαν τα φύλλα, τα στάχυα, τα μετάφεραν. Όλοι γύρω-γύρω ! Ίσως από εκεί να ξεκινούσαν και τα πρώτα σκιρτήματα και ανταλλάσσονταν οι πρώτες δειλές, ντροπαλές ματιές , κοιτάγματα με σημασία…. Στο σκοτάδι ! Ο μεγαλύτερος της παρέας έλεγε διάφορες ιστορίες , ανέκδοτα. Όλοι μαζί τραγουδούσαν τα δικά μας τραγούδια τα οποία ακόμη θυμάμαι και στις καλές μου ώρες τα σιγανοτραγουδώ ακόμη. « Η Γερακίνα» , « Μία ωραία βοσκοπούλα», « Άντε Μάρω στο πηγάδι» « Χαλασιά μου» , « Κοντούλα λεμονιά», « Ο Μενούσης », « Έπεσε από το δέντρο κυρά Γιώργενα», « Πως πιάνεται η αγάπη» … Η νοικοκυρά άναβε το φούρνο και μαγείρευε για όλους. Οι άντρες κάπνιζαν με λαθραίο καπνό. Είχε ούζο και καλό μεζέ. Νύχτες μαγικές, ονειρεμένες. Αυτός που δεν έλειπε από κανένα σπίτι ,που είχε καλαμπόκι για ξεφλούδισμα, ήταν αδελφός του πατέρα μου, ο Μπάρμπα Θανάσης. Είχε πιαστεί αιχμάλωτος στον πόλεμο της Μ. Ασίας και ήξερε « ένα σωρό» ιστορίες, παραμύθια , γεγονότα του πολέμου , τα οποία και διηγείτο με καταπληκτική ικανότητα . Όλα αυτά δεν υπάρχουν πια. Απομένουν οι αναμνήσεις. Με αυτές βολεύομαι, βολευόμαστε. Με τις αναμνήσεις που αποτελούν το ένα και μοναδικό αποτελεσματικό ανάχωμα στην αλλοτρίωσή μας !

About Χρήστος Ευαγγέλου