32 ΣΑΠΟΥΝΙΑ

Τριάντα δυο σαπούνια; Ναι τριάντα δυο. Και λοιπόν; Τι δηλαδή θέλω να πω; Τι θέλω να γράψω; Είναι μια γλυκόπικρη ή πικρόγλυκη ιστορία με πολλά απωθημένα.

Ακούστε λοιπόν, διαβάστε….Κάθε φορά που πηγαίνω στο σούπερ Μάρκετ, δηλαδή σε ένα «Παντοπωλείο», που στην κυριολεξία «πωλεί τα πάντα», θυμάμαι το μικρό… «Παντοπωλείο» του Χαρίλου Λουκά στην Πλαταριά …Τι σύγκριση να κάνω; Και όμως τότε «είχε τα πάντα» στο χωριό. ΤΑ ΠΑΝΤΑ…Ρύζι, μακαρόνια, πιπέρια σε χαρτάκια, βακαλάο αλμυρό, τυριά, ελιές, χαλβά, υφάσματα, κουμπιά, κομπίτσες, τσαπράκια, κλωστές, κάλτσες, παπούτσια λαστιχένια, σκούπες…ήμερες για σκούπισμα μέσα στο σπίτι, φακές, φασόλια, ρεβίθια, χρώματα σκόνη για να βάφουν τα ρούχα και τις βελέντζες που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Βλάχοι και σαπούνια… πλάκες σαπούνι. Τι άλλο θέλαμε; Μας έφταναν όλα αυτά…Και μήπως αγοράζαμε απ’ όλα; Τα απολύτως απαραίτητα ή πιο σωστά ότι δεν μπορούσαμε να παράγουμε οι ίδιοι.

Κάθε οικογένεια ήταν αυτάρκης. Και τι δεν έφτιαχναν τα άγια χέρια των γονιών μας, της μάνας, της γιαγιάς , της αδελφής , της νύφης, του παππού, του πατέρα.

Ήταν ντροπή να αγοράσεις φασόλια, ρεβίθια, ελιές, τυρί…και βέβαια σαπούνια…

Τότε ο νονός μου ο Χαρίλος τα είχε σε ψαρτοκιβώτια. Ήταν προϊόντα μιας «Πατραϊκής Σαπωνοποιίας»…Πράσινα σαπούνια με τη στάμπα της εταιρίας σε ανάγλυφο από τις δυο πλευρές. Μου έκανε εντύπωση πως γράφουν….πάνω στο σαπούνι.Φαινόταν πως ήταν αγοραστό και κάναμε χαρές όταν μας έπλενε η μάνα… «Πλύθηκα με σαπούνι αγορασμένο», λέγαμε…Ναι αγοραστό, αλλά πώς να το αγοράσεις. Αγοράζαμε μία-δύο πλάκες και τα είχαμε για τους μουσαφιρέους. Λάδια είχαμε…, μούργκες ,δηλαδή κατακάθια, είχαμε γιατί να μην φτιάχνουμε μόνοι; Και έτσι γινόταν. Κάθε σπίτι είχε το δικό του σαπούνι…Ήταν σκληρό, ήταν καφέ σκούρο ή πρασινωπό ανάλογα με το πόσο λάδι είχε η μούργκα ή ρίχναμε σκόπιμα για να βγει πιο όμορφο. Το κόβανε με μαχαίρι σε ακανόνιστα κομμάτια και το ξεραίναμε… Ή με ένα σπάγκο ή με ένα κομμάτι αρμίδι ! Δεν έκανε σαπουνάδα όπως το αγοραστό…έτσουζε πολύ στα μάτια.

Και από το σαπούνι της μούργκας της Πλαταριάς έφτασα στο Σούπερ Μάρκετ της Αθήνας. Πήγα λοιπόν να πάρω σαπούνι…Τότε είχα τον τορβά για τα ψώνια στου Χαρίλου. Τώρα σου δίνουν ένα καρότσι και είσαι ελεύθερος να γυρίσεις όλο το….μπακάλικο και ρίχνεις μέσα ότι σου αρέσει…Είναι χαρούμενη γυρίζει απ’ του Βερόπουλου που λέει και η διαφήμιση… ! Ρώτησα που είναι τα σαπούνια. Που να ξέρεις που βρίσκεται το κάθε «πράμα».

«Στον πάνω όροφο, δεξιά καθώς μπαίνετε, μετά αριστερά, τρίτος διάδρομος, στο κάτω ράφι». Και όμως το βρήκα. Στέκομαι μπροστά στο ράφι. Μικρά σαπούνια…τυλιγμένα σε χαρτάκια όμορφα. Μέτρησα 32 διαφορετικά σαπούνια. Ή πιο σωστά σαπούνια με διαφορετικά χαρτιά περιτυλίγματος. Ροζ ανοιχτό, κόκκινο, κοκκινωπό, πράσινο, πρασινάκι, κίτρινο, κιτρινάκι….Μάλιστα 32 σαπούνια…ποιο να πάρω, ποιο ν’ αφήσω. Το καθένα με το ονοματάκι του. Τα πιο πολλά ξενόγλωσσα.

Μύριζε αρώματα ο τόπος γύρω…αρωματικά τα σαπουνάκια. Με ενοχλεί η μυρωδιά τόσων σαπουνιών…ωστόσο, μου θυμίζει το αρωματικό σαπούνι «ΕΡΜΗΣ». Το αγόραζαν τα κορίτσια και πλενόταν και μύριζαν…Ήταν κοριτσίστικο σαπούνι και ήταν ντροπή να το χρησιμοποιούσαν οι άντρες… Πήρα λοιπόν ένα σαπούνι, μη αρωματικό κι έφυγα με όλες τούτες τις σκέψεις στο μυαλό μου…

Μα οι αναμνήσεις πήραν φόρα, δεν σταματούσαν…Θυμήθηκα και το….λουτρό που είχαμε και μας έπλενε η μάνα…Ήταν το καλύβι των βοδιών…Μας έπλενε κάθε Σάββατο ή κάθε δεύτερο Σάββατο. «Μην βάλεις τα βόδια στο καλύβι θα πλύνω τα παιδιά», έλεγε η μάνα στον πατέρα. Άναβε το καζάνι των «ρούχων» για να ζεστάνει το νερό. Έριχνε και δυο-τρια φύλλα δάφνης για να αρωματιστεί. Πράγματι εκεί μας έπλενε. Αρχικά βγάζαμε μόνο το πουκάμισο για να μας πλύνει το κεφάλι. Να μην κρυώνουμε. Μας έβαζε ανάμεσα από τα πόδια η μάνα και μας συγκρατούσε για να μην πέσουμε καθώς έπρεπε να σκύβουμε για να μην πάει σαπουνάδα στα μάτια και κατέβει το νερό στο υπόλοιπο κορμί. Για καλύτερη ακόμη στήριξη δίναμε κλίση στο σώμα και πιανόμαστε με τα δυο χέρια από το φουστάνι της.

Το νερό το έριχνε ο αδελφός ή η αδελφή λίγο-λίγο και με τις οδηγίες της μάνας με το μπρίγκι, το «τζεσβέ» παίρνοντας νερό από το καζάνι , το οποίο η μάνα είχε χλιαρίνει. Έβαζε μία σαπουνάδα, δύο σαπουνάδες . Με το ξύλινο χτένι, από τη μεριά με τα μεγάλα δόντια μας χτένιζε έτσι με τη σαπουνάδα για να φύγουν τυχόν ψείρες. Είχε εκείνη την περίοδο. Το ξέπλενε καλά-καλά φωνάζοντας να κρατάμε κλειστά τα μάτια για να μην τσούζουν τα μάτια από τη σαπουνάδα. Λόγω της ποτάσας πραγματικά έτσουζαν πολύ και κοκκίνιζαν. Σκούπιζε μετά το κεφάλι μας με ένα πανί καθαρό από κάποιο φόρεμά της ή από κάποιο παλιό πουκάμισο του πατέρα που δεν μπορούσαν πια να φορεθούν από τα πολλά μπαλώματα. Μας τύλιγε το κεφάλι με άλλο πανί για να μη κρυώσουμε. O χώρος ήταν κρύος, αφού ο στάβλος δεν είχε πόρτα . Μετά γρήγορα-γρήγορα μας ξέντυνε για να πλύνει το κορμί. Κρατούσαμε, όμως, πάντα το εσώρουχο…και στα απόκρυφα σημεία μας άφηνε να πλυθούμε μόνοι μας…. Αισθανόμαστε ντροπή . Μάλιστα εκείνη τη στιγμή η μάνα έδιωχνε το αγόρι, το « παιδί» αν πλενόταν η κόρη και έδιωχνε την κόρη αν πλενόταν το αγόρι , το « παιδί».Μας άλλαζε επιτόπου και μάνι-μάνι πηγαίναμε κοντά στο τζάκι, στη φωτιά που ο πατέρας είχε ανάψει με πολλή φλόγα. Έβαζε ψιλά και ξερά ξύλα δηλαδή ασφάκες και κλαριά από κλάδεμα ελιάς. Αφού ζεστανόμαστε και φορούσαμε τα καθαρά μας ρούχα η μάνα μας χτένιζε πάλι με τα ψιλά δόντια της ξύλινης χτένας. Έφερνε κοντά το λαδολύχναρο [ φωτί], άπλωνε το μαύρο της μαντήλι στα γόνατα της και εμείς σκύβαμε υπάκουα. Με τη σειρά, με υπομονή και προσοχή για να μη πονάμε χτένιζε, χτένιζε κατά δύο διευθύνσεις και κάθε φορά κατέληγε η χτένα στο μαντήλι. Παρακολουθούσε για τυχόν ψείρα αν έβλεπε κάτι στο μαντήλι, αν είχε κάποια υποψία για ψείρα σταματούσε για να ελέγξει. Ήταν ντροπή για τη μάνα να έχει το παιδί της ψείρες. Και όμως ήταν δύσκολα χρόνια. Μοναδικό φάρμακο για τις ψείρες ήταν το συχνό πλύσιμο των ρούχων με καυτό νερό και του σώματος …όσο άντεχε το κορμί. Μας έπλεναν όσο πιο συχνά μπορούσαν. Είμαστε φτωχικά ντυμένοι, με μπαλωμένα ρούχα μα πάντα καθαροί. Έλεγχο έκαναν και οι δάσκαλοι συχνά. Κάθε εβδομάδα μας ρωτούσαν « αν μας έπλυνε η μάνα» και απλώναμε τα δάχτυλα για να δουν αν είχαμε κόψει τα νύχια.

Αυτά με τα 32 σαπούνια σε στερεά κατάσταση. Ξέχασα και τα υγρά σαπούνια σε όμορφα πλαστικά ή γυάλινα μπουκαλάκια διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων. Μικρά, μικρότερα, μεγαλύτερα, κοντά, ψηλά, κυκλικά, τριγωνικά…με μικρές ποσότητες … Άσε τις διάφορες….λουσιόν για κάθε χρώμα μαλλιού για ίσιες τρίχες, για λαμπερές τρίχες, για ξηρά μαλλιά, για λιπαρά μαλλιά, για μαύρα μαλλιά, για ξανθά μαλλιά…

Έφυγα συλλογισμένος. Δεν αρκούν ένα –δύο σαπούνια ; Φθάνουν αλλά η καταναλωτική κοινωνία έχει άλλη γνώμη. Καλά είναι αυτά μόνο που χρειάζονται περισσότερα χρήματα ή πιο σωστά για να τα αποκτήσουμε απαιτούνται περισσότερα χρήματα. Άρα πρέπει να δουλέψουμε παραπάνω , να κάνουμε και άλλες δουλειές. Και έτσι ζούμε για να δουλεύουμε.

Και φυσικά έχω τη συνταγή του χωριάτικου σαπουνιού εκείνων των χρόνων. Την έχω καταγράψει όπως μου την είπαν η Κωστάντω (Κωστάντω Μ. Αναστασίου-Καρύδη) και η Μαρίκα (Μαρία Γ. Πιπερίδη-Αναστασίου. Ο Βασίλ Λούκας [ Βασίλειος Λουκά Βασιλείου] που φτιάχνει και αυτός σαπούνι μου αποκάλυψε ότι το δικό του σαπούνι …θεραπεύει τις αιμορροΐδες. Μου έδωσε δύο τρεις πλάκες για το Λαογραφικό Μουσείο της Πλαταριάς. Εκεί θα γράψω και τη συνταγή…

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου-2009

About Χρήστος Ευαγγέλου