ΨΑΡΕΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η γιορτή του αγίου Νικολάου ήταν η επίσημη γιορτή του σπιτιού μας. Γιόρταζε ο Νίκος, το πρωτότοκο παιδί της πολυμελούς οικογένειάς μας. Και γινόταν το καλύτερο πανηγύρι. Από μέρες πριν άρχιζε η προετοιμασία «για το πανηγύρι του παιδιού». Οι εργασίες ήταν χωρισμένες σε γυναικείες και ανδρικές. Οι γυναίκες είχαν την καθαριότητα, το άσπρισμα με ασβέστη, τη νέα επάλειψη των δαπέδων με ασπρόχωμα και κόπρανα αγελάδας, αν βέβαια το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες για να προλάβουν να στεγνώσουν. Οι άνδρες έπρεπε να φέρουν στο σπίτι τα απαραίτητα ψώνια. Ήμαστε αυτάρκεις στα κηπευτικά της εποχής, δηλαδή σπανάκια, σέσκουλα, κρεμμύδια, πατάτες, αλλά και σε κτηνοτροφικά, δηλαδή γάλα, τυρί, κρέας.

Την προηγούμενη μέρα, την παραμονή, η μάνα είχε ζυμώσει και ψήσει το «ύψωμα» και την προσφορά από άσπρο αλεύρι, που είχαμε φροντίσει έγκαιρα να παραγγείλουμε και να αγοράσουμε από τον μπακάλη. Το ψωμί μας ήταν τον υπόλοιπο καιρό« η μπομπότα» από δικό μας καλαμπόκι κι εμείς τα μικρά παιδιά τρώγαμε το «ύψωμα» ….σαν παντεσπάνι.

Είχαμε μουσαφιραίους συγγενείς από το χωριό και την Αγία Μαρίνα και τον Σκεπετό και πάντα τον νονό μας και μπακάλη του χωριού, τον κυρ – Χαρίλαο. Μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ξεπερνούσαμε τα είκοσι άτομα.

Πώς λοιπόν να εξασφαλισθεί φαγητό για τόσους ανθρώπους; Δεν είχαμε οικονομική ευχέρεια, ήταν έξοδα, αλλά ήταν και ντροπή να μην έχουμε τα απαιτούμενα και να μην κάνουμε το κουμάντο μας για το τραπέζι…νονού. Είχαμε και την έννοια τι θα πει ο κόσμος… Έπρεπε λοιπόν να γίνει το τραπέζι, αλλά να κάνουμε και οικονομία ή πιο σωστά να μην αγοράσουμε και φορτώσουμε το «ντεφτέρι» του μπακάλη απ’ όπου ψωνίζαμε βερεσέ. Και αυτό το πετυχαίναμε με το ψάρεμα που κάναμε με τον πατέρα.

Κάθε χρόνο, λοιπόν, παραμονή του αγίου Νικολάου, αν ο καιρός το επέτρεπε, πηγαίναμε για ψάρεμα από το Τιμόνι μέχρι το Καλάμι, δηλαδή στην περιοχή που είναι σήμερα το κάμπινγκ «Καλάμι» των Βασσέων. Η προετοιμασία άρχιζε από μέρες πριν. Ετοιμάζαμε το μοναδικό καμάμι, του βάζαμε λάδι να ξεσκουριάσει, ελέγχαμε το κοντάρι του μήπως και είχε σαπίσει, τροχίζαμε τα άκρα του και το στερεώναμε με νέο καρφί στο ξύλο. Τροχίζαμε στη μεγάλη τσακμακόπετρα το μαχαίρι για να κόβει καλά και ετοιμάζαμε το καινούριο καλάμι, στην άκρη του οποίου ανοίγαμε δύο τρύπες για να δένουμε το δόλωμα. Αυτά ήταν δουλειά του πατέρα. Εγώ ετοίμαζα τις πετονιές, τα αρμίδια ,όπως τα λέγαμε. Με αυγά που μου έδινε η μάνα αγόραζα αρμίδι και αγκίστρια από τον μπακάλη και νονό μου τον κυρ – Χαρίλαο. Ετοιμάζαμε ακόμα και το λάδι για τη «μπουνάτσα». Βάζαμε λάδι σε ένα μικρό μπουκάλι, το δέναμε στο λαιμό του με έναν σπάγκο και το κρεμούσαμε στο αριστερό πόδι από μια θηλιά του παντελονιού. Μέσα στο μπουκάλι βάζαμε κι ένα ξυλαράκι που εξείχε, ώστε στην κρίσιμη στιγμή, να το τινάζουμε απότομα και δυνατά στο σημείο που θέλαμε να βλέπουμε καλύτερα , επειδή είχαμε εντοπίσει το χταπόδι. Είχα εντυπωσιαστεί από τη δυνατότητα του λαδιού να ηρεμεί την επιφάνεια της θάλασσας, ανεξάρτητα από το αν φύσαγε και είχε κύματα. Το κομμάτι στο οποίο απλωνόταν το λάδι ήταν μια κηλίδα που προχωρούσε και φαινόταν από μακριά. Όταν ξεχνούσαμε να πάρουμε λάδι ή τελείωνε, μαζεύαμε ελιές από τα δέντρα που υπήρχαν και κοπανούσαμε τις ελιές με πέτρα και τις πετούσαμε στο νερό αντί για λάδι, και τα αποτελέσματα ήταν σχεδόν τα ίδια.

Παρακαλούσα όσο πλησίαζαν οι ημέρες να έχει καλό καιρό. Κάθε βράδυ ο πατέρας «κοιτούσε τον καιρό», όπως έλεγε, και έκανε πρόγνωση από την θέση των αστεριών και δεν έπεφτε έξω στις προβλέψεις του. Σπάνια είχε κακό καιρό, λες και «βοηθούσε ο Άγιος Νικόλαος», όπως έλεγε και πίστευε ο πατέρας μου.

Εκτός από τα εργαλεία για το ψάρεμα είχαμε να μεταφέρουμε και τα υπόλοιπα. Στον έναν τον «καλό» τορβά βάζαμε το φαγητό μας, αφού το ψάρεμα ήταν για όλη την ημέρα. Το φαγητό ήταν ψωμί μπομπότα ή σταρένιο, ανάλογα πώς είχε πάει η σοδειά σε καλαμπόκι και στάρι, τσακιστές πράσινες ελιές ή χαρακωμένες, φτιαγμένες στο σταχτόνερο και αλατισμένες, με την ανάλογη ρίγανη. Και βέβαια δεν έλειπαν τα φρέσκα σκόρδα και κρεμμύδια ξερά ή χλωρά, ή ξερά και χλωρά. Μου είναι αδύνατον να ξεχάσω τη νοστιμιά του φαγητού μας αυτήν την ημέρα. Να είσαι πάνω στο βράχο, να αγωνιάς αν θα τσιμπήσει, να κρατάς το αρμίδι με το αριστερό χέρι και με το δεξί να κόβεις μπουκιές και αν δεν βολεύει να το δαγκώνεις, να γεμίζεις το στόμα σου με ψωμί, να βάζεις και μια ελιά στα πεταχτά, να κόβεις σαν λαγός το κρεμμύδι χωρίς να φεύγουν τα μάτια από τα δάχτυλα που κρατούν το αρμίδι και να πετάς, να φτύνεις με το στόμα το κουκούτσι στην θάλασσα, είναι στιγμές που μένουν ανεξίτηλες στη παιδική μου ψυχή.

Παρόλο που στην περιοχή υπάρχει γλυφό νερό, το οποίο πινόταν, παίρναμε μαζί μας τη μικρή βαρέλα, ένα μεγάλο φλασκί, γιατί το απόγευμα που ψαρεύαμε τις σμέρνες στην άκρη της τοποθεσίας της Γάτας, δεν υπήρχαν πηγές. «Και το νερό χρειάζεται πάντα» έλεγε ο πατέρας «και κυρίως την ώρα του φαγητού». Μπορεί… πνιγείς…αν μία μπουκιά πάει στραβά.

Ξυπνούσαμε πολύ πρωί. Δεν είχαμε ρολόι και δεν έμαθα ποτέ τι ώρα ήταν. «Πρέπει να μας βρει εκεί ο ήλιος» έλεγε ο πατέρας. Φεύγαμε λοιπόν στα σκοτεινά, φορτωμένοι τον τορβά με τα τρόφιμα, το φλασκί με το νερό, το καμάκι, το μπουκάλι με το λάδι, το καλάμι, τα αρμίδια, αλλά και το… φρούτο μας, τα «γκόριτσα», καρποί αγριαπιδιάς, αγριαχλαδιάς, που είχαν ωριμάσει μέσα στο στάρι. Η απόσταση από το σπίτι μέχρι το Καλάμι ήταν περίπου τρία με τέσσερα χιλιόμετρα, όπως εκτιμούσα τότε… Έκανε κρύο, κρύωνα, κουραζόμουν, μα ήταν μεγάλη η χαρά μου που ακολουθούσα κατά πόδας τον πατέρα. Μετά από ποδαρόδρομο περίπου μιας ώρας φθάναμε στην τοποθεσία Τιμόνι. Σημείο εκκίνησης ήταν ένα κομμάτι αμμουδιάς με διαλεκτά όμορφα βότσαλα μετά τα βράχια. Πρώτη δουλειά ήταν να βγάλουμε τα παπούτσια και το σακάκι, τα οποία τα βάζαμε σε άλλον τορβά, και να σηκώσουμε τα παντελόνια με δίπλες πάνω από το γόνατο. Κόβαμε δυο – τρία κλαδάκια ασφάκα και τα έδενε ο πατέρας στην άκρη του καλαμιού. Ήταν το δόλωμα για να ξεγελάσουμε τα χταπόδια. «Είναι κουτά τα χταπόδια» έλεγε ο πατέρας. Ξεγελιούνται με την ασφάκα, γιατί νομίζουν πως είναι τροφή. Τρώνε τις πεταλίδες, τα μύδια, τους αχινούς και πετάνε έξω τα όστρακά τους. Αν δεις στον πάτο όστρακα, κάπου εκεί είναι χταπόδι ή ήταν και το έχουν πιάσει. Σίγουρα όμως υπάρχει θαλάμι, δηλαδή φωλιά χταποδιού. «Να επιμένεις, να ψάχνεις καλά», συμπλήρωνε ο πατέρας. «Χρησιμοποίησε και λάδι για να μπουνατσάρεις»…

Έτσι, αφού έκανε το σταυρό του γυρνώντας στην ανατολή και ζητώντας τη βοήθεια του Αϊ – Νικόλα, έμπαινε στη θάλασσα. Στο αριστερό χέρι το καλάμι με κατεύθυνση προς τα βαθιά μήπως και ορμήσει κανένα χταπόδι «αμόλυτο», στη μέση αριστερά το μπουκάλι με το λάδι, στην δεξιά τσέπη το μαχαίρι και στο άλλο χέρι το καμάκι. Εγώ πριν μετέφερα τα πράγματα σε απόσταση εκατό-εκατόν πενήντα μέτρα περίπου. Γύριζα κοντά στον πατέρα μου και τον ακολουθούσα. Στο πήγαινε –έλα μάζευα ωραιότατα όστρακα τα οποία έχω ακόμη φυλαγμένα. Προηγείτο λοιπόν ο πατέρας για να εντοπίζει τα χταπόδια και από πίσω του εγώ να μαζεύω σκαλτσιμάδες για δόλωμα. Όταν έβρισκε χταπόδι και ήταν στη φωλιά του, με φώναζε για να δω, να το γνωρίσω, να μαθαίνω αλλά και να βοηθήσω. Παρατούσα έξω το κουτί με τις σκαλτσιμάδες και τρέχοντας πήγαινα κοντά του. Μου έδινε το καλάμι και αρχικά το καμάκι, ώσπου να πάρει θέση κοντά του, να πατήσει καλά, να μην πατήσει αχινούς γιατί ήμαστε ξυπόλυτοι. Δεν είχαμε δεύτερα παλιοπάπουτσα να φορέσουμε, ώστε να προστατευτούμε από τους αχινούς, τις κοφτερές πέτρες και κυρίως από τα σπασμένα μπουκάλια που δεν τα βλέπαμε. Μου εξηγούσε λοιπόν ο πατέρας ότι το χταπόδι το χτυπάς λίγο πίσω από τα μάτια, αν μπορείς. Όταν ήταν καλά τρυπωμένο στη φωλιά του, πλησιάζαμε το καλάμι με το δόλωμα ,ώστε να βγει λίγο και να το χτυπήσουμε. Αν το τραυματίζαμε δεν έβγαινε πια. Και αν η πέτρα ήταν μεγάλη και δεν μπορούσαμε να την αναποδογυρίσουμε, προχωρούσαμε. Το πρόβλημά μας ήταν να πιάσουμε έστω κι ένα μικρό χταπόδι, για να αντικαταστήσουμε την ασφάκα. Και όταν πιάναμε, οι πιθανότητες να βγάλουμε, να ξεγελάσουμε περισσότερα χταπόδια ήταν πάρα πολλές. Με το χταπόδι στην άκρη του καλαμιού, ορμούσαν τα χταπόδια, αγκάλιαζαν το δόλωμα-χταπόδι και ο πατέρας τα χτυπούσε με ασφάλεια. Όταν φθάναμε στα εκατό –εκατόν πενήντα πρώτα μέτρα, εγώ πήγαινα άλλα εκατό μέτρα πιο πέρα τα πράγματα και ξαναγυρνούσα, ακολουθώντας πάντα σε απόσταση τον πατέρα. Συνέχιζα να μαζεύω όστρακα και σκαλτσιμάδες μέχρι να γεμίσει το κουτί ώστε να έχω να ψαρεύω μέχρι το βράδυ. Και για να αντέχουν οι σκαλτσιμάδες το κουτί είχε και νερό. «Μέχρι την ξέρα θα βρούμε χταπόδια» μου έλεγε ο πατέρας. Στη ξέρα και μέχρι τη μύτη. Και πράγματι είχε πάντα. Μέχρι την ώρα του κολατσιού, στην πρώτη – πρώτη γκοριτσιά, μετά τη πρώτη στροφή, είχαμε συνήθως καλή ψαριά. Εγώ είχα ήδη πάει τα πράγματα. Έβγαινε κι ο πατέρας. Μέσα στο νερό και στην αγωνία, στην προσήλωση του ψαρέματος δεν κρυώναμε. Έξω όμως πάγωναν τα πόδια και τα χέρια, το πρόσωπο. Κατεβάζαμε τα παντελόνια, τα μανίκια και φορούσαμε τα σακάκια και τις κάλτσες, κι άρχιζε το κολατσιό. Πόσο νόστιμα ήταν όλα Θεέ μου. Ψωμί μπομπότα ή σταρένιο, ελιές χωρίς συντηρητικά, κρεμμύδια και δικό μας τυρί αλμυρό, για να τρώμε λίγο για οικονομία, αλλά και για να διατηρείται. Έτρωγα πιο γρήγορα από τον πατέρα για να έχω χρόνο να αρχίσω κι εγώ το ψάρεμα, αφού μέχρι εκείνη την ώρα ήμουν βοηθός και μαθητευόμενος. Ανέβαινα λοιπόν στο βράχο μαζί με το κουτί με τις σκαλτσιμάδες και μια πέτρα για να τις σπάω. Ήξερα σε κάθε βράχο τι ψάρια θα πιάσω. Αυτός ο βράχος έχει πέρκες, ο άλλος κρατάει σπάρους, ο επόμενος γοίλους (λούρους), ο προτελευταίος πετρόψαρα και ο τελευταίος κοκοβιούς (γκοβιούς) και σκορπιούς. Ο βυθός ήτανε καθαρός και έβλεπα τα ψάρια, και αναλόγως κανόνιζα, πετώντας κατάλληλα το αγκίστρι, ποιο ψάρι θα πιάσω. Έσπαζα την σκαλτσιμάδα, έκοβα το κεφάλι, περνούσα το δόλωμα καλύπτοντας όλο το αγκίστρι, ελευθέρωνα το αρμίδι και με το δεξί χέρι το στριφογύριζα και το πετούσα στην κατεύθυνση που έβλεπα τα ψάρια. Περίμενα το τσίμπημα έχοντας το αρμίδι ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και τον δείκτη του δεξιού μου χεριού. Και το πιο ευαίσθητο τσίμπημα γινόταν αισθητό. Άφηνα λοιπόν να τραβήξει το ψάρι, να τεντωθεί λίγο το αρμίδι και με μια απότομη κίνηση, τραβώντας προς το μέρος μου, είχα πιάσει το ψάρι.

Το καταλάβαινα ,αν είχε πιαστεί ,από το βάρος που αισθανόμουν στο γρήγορο τράβηγμά μου. Με χαρά και ικανοποίηση το τραβούσα γρήγορα – γρήγορα. Το ακουμπούσα στο βράχο και ενώ εκείνο σπαρταρούσε το έπιανα και το ακινητοποιούσα με το αριστερό. Με τα δυο μου χέρια το κρατούσα παράλληλα στο στόμα και το δάγκωνα στο κεφάλι ώστε να μην φύγει, αφού η επιφάνεια του βράχου ήταν μικρή. Το πρόβλημα ήταν με τους γοίλους που γλιστρούσαν πολύ, σαν χέλια, και με τους σκορπιούς που είχαν αγκάθια. Στις περιπτώσεις αυτές το… φονικό γινόταν με την πέτρα. Ψάρευα λοιπόν αφοσιωμένος, ευτυχισμένος μπορώ να πω, ρίχνοντας κρυφές ματιές στον πατέρα μου και παρακαλούσα να παρατείνει το κολατσιό του όσο γινόταν περισσότερο. Αφού κάπνιζε και το τσιγάρο του με λαθραίο καπνό, με φώναζε λέγοντάς μου «έλα Χρήστο, αργήσαμε και η μέρα είναι μικρή. Έλα να προλάβουμε να πάμε στη μύτη της Γάτας για σμέρνες». «Στάσου, δυο δολώματα ακόμη που έχω σπασμένα και έρχομαι». Ή πιο σωστά, αν τσιμπούσε καθυστερούσα, αλλιώς έφευγα αμέσως. Μάζευα το αρμίδι, έβαζα τα ψάρια στο κουτί με τις σκαλτσιμάδες και κατέβαινα από τον βράχο.

Από το σημείο όπου είχαμε μείνει, μετέφερα πάλι τα πράγματα άλλα εκατό –εκατόν πενήντα μέτρα και γυρνούσα για να συνεχίσω το ψάρεμα των χταποδιών και γέμιζα κάθε φορά τις τσέπες μου με τα όστρακα που έβρισκα στο πήγαινε – έλα. Πάντα πιάναμε χταπόδια. Τότε δεν υπήρχαν βάρκες για τέτοιο ψάρεμα. Ήταν μόνο μεγάλες τράτες που ψάρευαν στην αμμουδιά. Τότε όσοι ήξεραν από ψάρεμα χταποδιών και σμέρνας πήγαιναν με τα πόδια. Δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα που δίνουν την δυνατότητα να εντοπίζεις τα πάντα με αποτέλεσμα να εξολοθρεύουν και τα νεογέννητα.

Με αυτόν τον τρόπο ψαρεύαμε για χταπόδια μέχρι που φθάναμε στους βράχους. Εκεί ακριβώς που είναι το κάμπινγκ «Καλάμι».

Θυμάμαι μια χρονιά, ο πατέρας εντόπισε σε βάθος νερού «πάνω από τη μέση» όπως έλεγε, ένα χταπόδι «αμολυτό». Πλησίασε το καλάμι με το χταπόδι και εκείνο όρμησε ακολουθώντας το δόλωμα και ήλθε κοντά στον πατέρα. «Έλα κοντά» μου είπε «είναι μεγάλο και θέλω βοήθεια». Μπήκα κι εγώ στο νερό. Ήταν απλωμένο, σε μέγεθος μεγάλου ταψιού με πανέμορφα χρώματα. Είχε αρπάξει το μικρό χταπόδι – δόλωμα και εξείχε το καλάμι. «Θα το χτυπήσω όπως είναι» είπε ο πατέρας «δεν αφήνει το καλάμι για το φέρω πιο έξω». Το χτύπησε λοιπόν ο πατέρας αλλά το καμάκι ήταν μικρό, με τρεις ακμές, σαν πιρούνι και κοντό κοντάρι και δεν το «κράτησε» .Το χτύπησε σε ανώδυνο σημείο του κορμιού του. «Δεν το χτύπησα καλά και θα μου φύγει» μου είπε ο πατέρας. «Είναι αμαρτία να το χάσουμε». Έκανε λοιπόν να το σηκώσει με το καμάκι. Δεν ξεκολλούσε. Ήταν τραυματισμένο και είχε προλάβει να χρησιμοποιήσει ορισμένα πλοκάμια και γαντζώθηκε με τις βεντούζες στις πέτρες του πυθμένα. «Τι να κάνω, θα φύγει. Θα το πιάσω με τα χέρια» είπε . «Άγιε – Νικόλα, βοήθησε» ψιθύρισε, έκανε γρήγορα – γρήγορα το σταυρό του, έσκυψε, και με το μισό κεφάλι μέσα στο νερό, το άρπαξε με τα δυο του χέρια και το τράβηξε. Το χταπόδι δεν μπόρεσε να κρατηθεί στις πέτρες αφού ήταν τραυματισμένο και ξαφνικά αγκάλιασε το κορμί του πατέρα με τα πλοκάμια του, έχοντας καρφωμένο το καμάκι στο κεφάλι του, ενώ άφησε και μελάνη με αποτέλεσμα να μαυρίσουν τοπικά τα νερά. «Βοήθεια» φώναξε ο πατέρας. Παραπάτησε, έχασε την ισορροπία και έπεσε ολόκληρος στο νερό. Φοβήθηκα πολύ, πάρα πολύ. Ήμουν δέκα χρονών παιδάκι. Φοβήθηκα μήπως τον παρέσυρε στα βαθιά και πνιγόταν αφού δεν ήξερε κολύμπι. Αστραπιαία σκέφτηκα το καλάμι με το δόλωμα που είχε αφήσει το χταπόδι μετά το αγκάλιασμα που έκανε στον πατέρα. Ήταν ευτυχώς δίπλα του και επέπλεε. Προχωρώ γρήγορα κι ας μη ήξερα κολύμπι, έφτασα στο νερό μέχρι το πιγούνι και το πήρα. «Το καλάμι, πιάσε το καλάμι, πατέρα, για να σε τραβήξω έξω» του λέω. Το έπιασε αστραπιαία, τον τράβηξα, πάτησε καλά στο βυθό, πήρε κουράγιο και βγήκε έξω με το χταπόδι γύρω από τη μέση του. «Το μαχαίρι γρήγορα» μου λέει. Το παίρνω από την τσέπη του και το καρφώνω με τα δύο μου χέρια και με όση δύναμη είχα, σχεδόν τρέμοντας ανάμεσα στα μάτια του χταποδιού, όπως μου είχε πει. Σιγά – σιγά το χταπόδι χαλάρωσε, παρέλυσε. Τι μπορούσε να κάνει στη στεριά. «Ο Άγιος Νικόλας βοήθησε» είπε ο πατέρας. «Σε φώτισε παιδί μου ο θεός, με γλίτωσες με το καλάμι». Έτρεμε από τον φόβο που πέρασε και από το κρύο. Με πλησίασε και με φίλησε στο μέτωπο. «Σε ευχαριστώ» μου είπε και κάναμε την συμφωνία να μην πούμε τίποτα στο σπίτι για την περιπέτεια μας. Τον κοίταξα κατάματα, βούρκωσα, κούνησα το κεφάλι πως κρατώ το μυστικό μας και τον αγκάλιασα. Θυμάμαι ακόμα αυτό το φίλημα, κράτησα τόσα χρόνια το μυστικό μας και το αποκαλύπτω τώρα μια και δεν υπάρχει πια στη ζωή και θα με συγχωρήσει από εκεί ψηλά που είναι… Το χταπόδι πράγματι ήταν μεγάλο. Το σήκωσα με τα δυο μου χέρια τεντωμένα και σηκωμένα ψηλά και τα πλοκάμια του ακουμπούσαν στα χαλίκια. Στο σπίτι που το ζυγίσαμε στην παλάντζα ήταν περίπου επτά οκάδες, δηλαδή περίπου εννέα κιλά.

Το μεσημέρι, όπως προέκυπτε από τη θέση του ήλιου, τελειώναμε με τα χταπόδια και άρχιζε το ψάρεμα της σμέρνας. Ξέραμε τις τοποθεσίες που κρατάνε σμέρνες. Ήταν « τα μαντριά» όπως τα έλεγε ο πατέρας. Καθόμαστε λοιπόν για το μεσημεριανό μας γεύμα, δηλαδή τρώγαμε ότι είχε απομείνει από το κολατσιό. Πριν όμως το φαγητό, βγάζαμε τα χταπόδια, κόβαμε τις μελάνες και τις ανοίγαμε ώστε να μυρίσουν οι σμέρνες και συγχρόνως χτυπούσαμε δίπλα στο νερό τα χταπόδια. Πιάνεις το χταπόδι από το κεφάλι, το σηκώνεις ψηλά με το δεξί χέρι, το περιστρέφεις και το πετάς με δύναμη στο βράχο και από κάποια απόσταση, σκύβοντας μπροστά. Ενδιάμεσα το τρίβεις με δύναμη με κυκλικές κινήσεις, του κάνεις « γουλιάρισμα» πάνω στο βράχο για να είναι μαλακό. «Επειδή είσαι μικρός, να το χτυπάς εκατόν είκοσι φορές» έλεγε ο πατέρας. Για να πούμε ότι είναι χτυπημένο, μετά τα χτυπήματα και το τρίψιμο τα πλοκάμια πρέπει να είναι ανοικτά, να μην ακουμπά το ένα το άλλο όπως το κρατάς με το χέρι υψωμένο.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν του φαγητού και του χτυπήματος των χταποδιών, τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στις τρύπες, τις φωλιές στις οποίες εμφανίζονταν οι σμέρνες με ανοικτό στόμα. Όσο χορτάτες και να είναι «το χταπόδι είναι η αδυναμία τους, ο πρώτος μεζές» έλεγε ο πατέρας. Μόλις εμφανίζονταν στην τρύπα, πιάναμε το καλάμι με το χταπόδι που ήταν στο μέσο του «μαντριού». Παίρναμε το καλάμι με το χταπόδι και σιγά – σιγά το πλησιάζαμε στο κεφάλι της ώστε να μην τρομάξει, και την αφήναμε να κόψει ένα μικρό κομμάτι για να «γλυκαθεί» . Τα δόντια της κόβουν σαν ξυράφι. Αφού λοιπόν δοκίμαζε το χταποδάκι της, ξεθάρρευε και έβγαινε πιο έξω αποκαλύπτοντας μέρος του κορμιού της. Για να την σκοτώσεις πρέπει να υπάρχει κάτω από το κορμί της σταθερή πέτρα και το καμάκι πρέπει να τη βρει πίσω από το κεφάλι, το πολύ δέκα πόντους και να της σπάσεις τη ραχοκοκαλιά, με είχε ενημερώσει ο πατέρας. Αν την χτυπήσεις προς τη μέση έχει τη δυνατότητα να στριφογυρίζει και αν έχεις κοντά τα χέρια σου ή τα πόδια σου στα έκοψε, στα σακατεύει. Αφού την χτυπήσεις, την σηκώνεις και την πετάς μαζί με το καμάκι στη στεριά. Μετά με πέτρες και μαχαίρι την σκοτώνεις τελείως.

Συγχρόνως με το ψάρεμα της σμέρνας, εγώ ψάρευα με το αρμίδι ψάρια. Ο πατέρας δεν ήξερε να ψαρεύει, «δεν έχω υπομονή» έλεγε. Είχε πολλά ψάρια τότε. Πολλά και μεγάλα στην κατηγορία τους. Έπιανα περίπου εκατόν πενήντα με διακόσια ψάρια λογιών – λογιών. Διέκοπτα μόνο όταν ο πατέρας εντόπιζε σμέρνα και ήθελε βοήθεια. Εγώ οδηγούσα όπου μου έλεγε το χταπόδι με το καλάμι και εκείνος χτυπούσε την κατάλληλη στιγμή. Και σπάνια λάθευε. Συνήθως στο κυνήγι της σμέρνας είχαμε επιτυχία. Πιάναμε μόνο όσες χρειάζονταν για το πανηγύρι, αφού δεν υπήρχε ψυγείο και θα βρομούσαν, θα πήγαιναν χαμένες και κάτι τέτοιο ήταν ανεπίτρεπτο, ήταν άγραφος νόμος να ψαρεύουμε μόνο για το πανηγύρι.

Εκεί στο ψάρεμα της σμέρνας, χτυπούσαμε τα χταπόδια, καθαρίζαμε τις σμέρνες και τα ψάρια γιατί όλα έπρεπε να τα πάμε σπίτι έτοιμα, ώστε η μάνα μόλις φθάναμε σπίτι να άρχιζε το μαγείρεμα που κρατούσε όλη τη νύχτα.

Όλη την ημέρα που λείπαμε εμείς, η μάνα έφτιαχνε ψωμί, μάζευε και έπλενε τα σπανάκια, τα σέσκουλα, τα μυρουδικά, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, καθάριζε τις πατάτες, ώστε να είναι και αυτά έτοιμα μόλις φθάναμε.

Και αν δεν πιάναμε εμείς; Πάντα ήταν αισιόδοξος ο πατέρας, αλλά εγώ μικρό παιδί είχα την αγωνία, τον φόβο μήπως και δεν πιάσουμε. Καλού – κακού πάντως, αγοράζαμε και δυο – τρεις οκάδες κρέας και σφάζαμε και δυο κοκόρια του Αυγούστου, ώστε αν δεν πιάναμε να τα μαγειρεύαμε για να μην εκτεθούμε. Και επειδή ποτέ δεν γυρίσαμε με άδεια χέρια, το κρέας το τρώγαμε μετά, που τόσο το λαχταρούσαμε και δεν πήγαινε χαμένο.

Ο πατέρας ήξερε πότε έπρεπε να φύγουμε ώστε να είμαστε σούρουπο στο σπίτι, πριν πιάσει για καλά η νύχτα και ταλαιπωρηθούμε στο σκοτάδι. Όλη η διαδρομή ήταν μονοπάτι με ασφάκες, αγκάθια, δεξιά και αριστερά. Μετά, αν αργούσαμε ανησυχούσαν στο σπίτι, πώς να ειδοποιήσεις αν κάτι συνέβαινε…

Φθάνοντας λοιπόν σπίτι, αδειάζαμε τα ψάρια σε χωριστά ταψιά και η μάνα αμέσως άρχιζε το μαγείρεμα. Τα χταπόδια τα έκανε «μπουρδέτο» με πατάτες και μπόλικο κόκκινο πιπέρι. Οι σμέρνες με σπανάκι στο φούρνο. Τα ψάρια τηγανητά για τον μεζέ του ούζου για τους άνδρες.

Αλησμόνητες θα μου μείνουν οι νύχτες παραμονή του Αγίου Νικολάου. Ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο το σπίτι μας. Ο φούρνος ήταν έξω μισοσκεπασμένος και η κουζίνα τέσσερις μισογκρεμισμένοι τοίχοι, χωρίς στέγη, χωρίς παράθυρα και πόρτα. Η μάνα ήταν εκτεθειμένη στο κρύο και τη βροχή. Πώς να κοιμηθείς λοιπόν. Όλη τη νύχτα μαγείρεμα …..ώστε μέχρι να έρθουν οι άνδρες από την εκκλησία να είναι όλα έτοιμα.

Το πρωί εμείς τα παιδιά και ο πατέρας πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Ήταν γιορτή επίσημη και κανένας από το χωριό δεν δούλευε. Πήγαινε τότε ο κόσμος στην εκκλησία γιατί υπήρχε υψηλό θρησκευτικό συναίσθημα. Το χωριό δεν είχε επικοινωνία, δεν υπήρχαν δρόμοι, και η εκκλησία ήταν και τόπος συνάντησης. Οι άνθρωποι τότε ήταν πιο κοντά στο Θεό και το εκδήλωναν, το φανέρωναν. Πού αλλού να στραφείς, από να ζητήσεις ψυχική και σωματική βοήθεια; Πώς να κάνεις χωρίς Θεό…

Μετά την εκκλησία ο παπάς και οι άνδρες πήγαιναν σε όλα τα σπίτια που είχαν «εορτάζοντα». Ο παπάς σήκωνε το ύψωμα παρουσία όλων των μελών της οικογένειας. Όσην ώρα διάβαζε τα προβλεπόμενα κρατούσαμε όλοι με τα δύο δάχτυλα το πετραχήλι του. Το θυμίαμα το έβαζε στα κάρβουνα που ήταν σε σπασμένο κεραμίδι. Ο εορτάζων έπαιρνε το κομμάτι του από το ύψωμα και το υπόλοιπο το έκοβαν κομμάτια για τους επισκέπτες. Το κέρασμα ήταν λουκούμι, ούζο, ύψωμα και στάρι. Το απόγευμα τους εορτάζοντες επισκέπτονταν οι γυναίκες, αφού είχαν περάσει οι άνδρες. Το κέρασμα ήταν λουκούμι, λικέρ, ύψωμα και στάρι. Οι γυναίκες μάνες συνήθως δεν έτρωγαν το λουκούμι, το φύλαγαν για τα παιδιά τους. Όλες σχεδόν είχαν τσέπες στα φορέματα, στις οποίες έριχναν χύμα τα λουκούμια, το ύψωμα και μερικές φορές και το στάρι. Στο σπίτι τα παιδιά περίμεναν για να τους τα μοιράσει, κόβοντας τα με το μαχαίρι, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών της ώστε να μην αδικήσει κανένα.

Ο παπάς άφηνε τελευταίο το σπίτι μας. Ήταν καθιερωμένο να μένουν για φαγητό. Ο παπάς, ο νονός ο κυρ- Χαρίλαος και οι γαμπροί από τις αδελφές του πατέρα μου ήξεραν ότι θα βρουν χταπόδι «μπουρδέτο» και σμέρνα με σπανάκι. Ετοίμαζαν λοιπόν οι γυναίκες το τραπέζι -σοφρά για τους άνδρες οι οποίοι κάθονταν σταυροπόδι. Έτρωγαν οι άνδρες και μετά τα παιδιά και στο τέλος οι γυναίκες. Μερικές φορές που έρχονταν απρόσκλητα άτομα, το φαγητό δεν έφτανε και οι γυναίκες έτρωγαν κάτι πρόχειρο… Ο κυρ- Χαρίλαος όταν είχε έφερνε και κρασί. Με κρασί λοιπόν ή ούζο ή και με τα δύο μαζί, έφθαναν στο κέφι και τραγουδούσαν. Ήταν τραγούδια ηπειρώτικα, λυπητερά, πολυφωνικά, τον ήχο των οποίων έχω ακόμη στα αφτιά μου, στην ύπαρξή μου. Τραγουδούσαν με παραφωνίες και φάλτσα, αλλά ήταν τραγουδισμένα μέσα από την ψυχή τους. Όταν μάλιστα ο μπαρμπα – Θανάσης, αδελφός του πατέρα μου, έπαιζε τη φλογέρα του, τα μάτια όλων των παρευρισκομένων ήταν βουρκωμένα. Ήταν στιγμές ανεπανάληπτες. Το επισφράγισμα του πανηγυριού.

Έτσι λοιπόν περνούσε η γιορτή του Αγίου Νικολάου κάθε χρόνο. Κάθε χρόνο μέχρι τα μέσα των γυμνασιακών μου χρόνων. Είναι βαθιά χαραγμένες οι μνήμες από τα χρόνια εκείνα και φυσικά τις κουβαλώ και τις έχω πάντα μαζί μου φυλαγμένες.

Τώρα έχουν αλλάξει πολλά ή καλύτερα όλα. Τώρα έχουμε ανέσεις, έχουμε απ’ όλα, αλλά και «μη εορτάζοντες». Τότε περιμέναμε τις ονομαστικές εορτές και κάθε οικογένεια έκανε το πανηγύρι των παιδιών, δηλαδή των αγοριών, αφού τα κορίτσια, οι γυναίκες δεν εόρταζαν.

Άλλες εποχές βέβαια. Δεν ξέρω σε τι ωφελεί που επιστρέφω και τα γράφω όλα τούτα. Απλά ήθελα να καταγράψω τις εμπειρίες και τα βιώματά μου. Δεν έχω και τίποτε άλλο ή πιο σωστά αυτές τις αναμνήσεις έχω. Και τώρα μετά από τόσα χρόνια νιώθω γεμάτος, έχω μια διέξοδο και έχω τη δυνατότητα να κάνω συγκρίσεις με τα σημερινά δεδομένα. Και είναι λογικό να υπάρχει απόσταση και να μην συγκινούν ή να αφήνουν αδιάφορους τους νεότερους αναγνώστες τα όσα γράφω. Ωστόσο και αυτοί θα είναι σε θέση να κάνουν συγκρίσεις και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα και να έλθουν πιο κοντά στους γονείς τους, σε εμάς, και να δείξουν περισσότερη κατανόηση και ανοχή. Μπορεί να βρεθεί η χρυσή τομή ώστε οι νεότεροι να συζητούν, να ακούνε και να μην αγνοούν το πώς έζησαν οι γονείς τους. Αλλά και εμείς οι παλαιότεροι να καταλάβουμε ότι καλές είναι αναμνήσεις αλλά το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Σωστές είναι, αλλά να μην παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

About Χρήστος Ευαγγέλου