«Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΑΡΙΑΣ»

Από τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη το αγαπημένο μου είναι « Η σταχομαζώχτρα». Και έχω τους λόγους μου. Όταν το διάβασα για πρώτη φορά μαθητής της Α΄ τάξεως Γυμνασίου Ηγουμενίτσας συγκινήθηκα πάρα πολύ. Θυμήθηκα αμέσως την ιστορία της « Αντώνλιας» . Ακαριαία ταύτισα την σταχομαζώχτρα της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη με την « Ιστορία της Αντώνλιας» και από τότε για μένα ήταν η «Σταχομαζώχτρα της Πλαταριάς». Χρόνια τώρα το κρατώ το μυστικό αυτό στην ψυχή μου…

Ας διαβάσουμε πρώτα ένα χαρακτηριστικό κομμάτι από την « Σταχομαζώχτρα» του Παπαδιαμάντη γραμμένο το 1889 και συνεχίζω με την « Σταχομαζώχτρα της Πλαταριάς».

« Αλλά το πρώτιστον εισόδημα της θείας Αχτίτσας [ άνδρας της ο μπάρμπα –Μιχαλιός χωρίς να ίδη τα δεινά τα επικείμενα μετά το θανατό του] προήρχετο εκ του σταχομαζώματος. Τον Ιούνιον, κατ΄ έτος, επιβιβάζετο εις πλοίον, έπλεεν υπερπόντιος και διεπεραιούντο εις Εύβοιαν. Περιφρόνισε το ονειδιστικόν επίθετον της « καραβωμένης», όπερ εκσφενδόνιζον άλλα γύναια κατ΄ αυτής, διότι ακόμη εθεωρείτο υποτιμητικόν το να πλέη γυνή εις τα πελάγη. Εκεί, μετ΄ άλλων πτωχών γυναικών, ησχολείτο συλλέγουσα τους αστάχεις, τους πίπτοντας από των δραχμάτων των θεριστών, από των φορτωμάτων των κάρων. Κατ΄ έτος οι χωρικοί της Ευβοίας και τα χωριατόπουλα έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα : « να οι φουστάνες μας ήλθαν, πάλι οι φουστάνες». Αλλ΄ αυτή έκυπτεν υπομονητική, σιωπηρή, συνέλεγε τρεις ή τέσσερας σάκκους, ολόκληρον ενιαύσιον εσοδείαν δι΄ αυτήν και τα δύο ορφανά τα οποία είχεν εμπιστευθεί εν τω μεταξύ εις τας φροντίδας της Ζωμπινιώς [ γειτόνισσα] και αποπλέουσα επέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της».

Την « Ιστορία της Αντώνλιας» μας την είχε πει ο πατέρας μου μία από τις κρύες νύχτες του χειμώνα δίπλα στο τζάκι. Γεωργός ο ίδιος είχε ζήσει προσωπικά, από « πρώτο χέρι» την ιστορία.. « Η Αντώνλια είναι ηρωϊδα, έλεγε. Ήταν άντρας και γυναίκα. Έμεινε χήρα με δύο μικρά παιδιά τον Παναγιώτη και τον Γρηγόρη. Τον Παναγιώτη τον σκότωσε ο αλαβανοτσάμης αγάς της περιοχής. Το παιδί έπαιζε στο ποτάμι της Στρούγκας και ο… παλικαράς ο τούρκος πήρε το όπλο και αναρωτήθηκε αν θα πετύχει το παιδί από το καφενείο όπου καθόταν. Το σημάδεψε ,λες ,και ήταν πουλί που έστεκε πάνω στο δέντρο. Δυστυχώς το πέτυχε..Ο Παναγιώτης ήταν μόνο οκτώ χρονών αγγελούδι..Η σφαίρα πέρασε το κορμάκι του και έγειρε. Το αίμα του έβαψε κόκκινο το ποτάμι. Και είχε το θράσος ο κύριος αυτός να συλλυπηθεί την δόλια την μάνα του την Αντώνλια. Της απόμεινε ο Γρηγόρης..Η μοναδική φύτρα..Κτήματα, βοήθεια δεν είχε από κανέναν.. Δεν δείλιασε όμως. Δεν το έβαλε κάτω. Άντρας, σού λέω, αντρογυναίκα..Που την βρήκε τόση δύναμη..Και ήταν αδύναμη ,βασανισμένη από την φτώχεια και τις κακουχίες. Μετά το θέρισμα των χωραφιών μάζευε τα στάχυα που είχαν ξεφύγει από τα δρεπάνια, που είχαν πέσει στο δέσιμο σε δεμάτια ή στο φόρτωμα στα άλογα από τους αγωγιάτες .Ντυμένη στα μαύρα, μικροκαμωμένη, ευγενική ακολουθούσε αμίλητη , με σκυμμένο κεφάλι μάζευε στάχυ το στάχυ. Σε πόναγε η ψυχή σου , αλλά και την θαύμαζες κιόλας γιατί δεν ζητιάνευε, δεν παρακαλούσε, ήταν περήφανη..Αισθανόμουν και εγώ ντροπή γιατί θα μπορούσαμε να την βοηθήσουμε, να δώσουμε από ένα-δύο-τρία δεμάτια ή στάρι μετά το αλώνισμα.. Όποιος έδωσε, έδωσε δεν είναι ανάγκη να το λέμε.. Ο Θεός ξέρει.. Τα στάχυα που μάζευε λοιπόν τα κοπανούσε η ίδια με ένα μπαστούνι χοντρό και έτσι είχε αλεύρι για το ψωμί της χρονιάς. Αν δεν έφτανε δανειζόταν και όλοι έδιναν. Είχε και μία γίδα σιούτα για το γάλα, το τυρί το γιαούρτι, αλλά και κότες για τα αυγά και το κρέας. Είχε και τον κήπο της με σπανάκια, σέσκουλα, κρεμμύδια κ.λ.π . Νοικοκυρά γυναίκα..Έτσι μπόρεσε με χίλιες δύο στερήσεις να μεγαλώσει το μονάκριβο παιδί της τον Ληγόρη [ Γρηγόρη]. Αυτή μόνο ξέρει και ο Ληγόρης με τί στερήσεις τα φέρνουν βόλτα. Άστα Χρήστο μεγάλη φτώχεια, ανέχεια..Αλλά άντεξε, κράτησε γερά. Ντούρα γυναίκα και ας ήταν αδύνατη. Σωστή Τζαβέλενα, σου λέω.. Και ο Θεός δεν την έχασε. Δεν χάνει κανέναν η χάρη του. Τα δύσκολα χρόνια πέρασαν. Ο Ληγόρης βγήκε καλό παιδί και εκτίμησε την μάνα του. Πηγαίνει Γυμνάσιο με τα άλλα παιδιά του χωριού. Μένουν με τον Νίκο μας στην ίδια παράγκα της Βαρβάρας. Δεν θα την αφήσει την μάνα του , να μου το θυμάσαι».

Αυτά μας έλεγε ο πατέρας σε ανύποπτο χρόνο, πριν πολλά χρόνια…. Από το βράδυ που άκουσα την ιστορία αυτή αγαπούσα και σεβόμουν ακόμη περισσότερο την « Αντώνλια». Την θαύμαζα και κρυφά την καμάρωνα. Δεν ξέχασα ποτέ αυτή την ιστορία..Πως να την ξεχάσω.. Σημάδεψε την παιδική μου ψυχή..Θεωρούσα πως ήμουν τυχερός που γνώριζα μια τέτοια μάνα, μια τέτοια γυναίκα. Ο πατέρας είχε δίκιο. Ήταν μάνα με όλη τη σημασία της λέξεως, από αυτές τις παλιές μάνας που τα πρόσωπά τους , η ζωή τους θυμίζουν αρχαίες τραγωδίες. Άντεξε και νίκησε. Λιγομίλητη, καλόβολη, « στόμα είχε και μιλιά δεν είχε». Αλλά και τι να πει. Πως να «γελάσει το χείλι της» με τόσα βάσανα, στερήσεις, πίκρες και πόνο.. Της είχε απομείνει ο Γρηγόρης.. Με τις γειτόνισσες είχε πολύ καλές σχέσεις. Ανοικτό πάντα το σπίτι για τα παιδιά. Θυμάμαι πως, όταν παίζαμε στη μικρή μας πλατεία στο Γκούρι, που ήταν απέναντι και πολύ κοντά στο σπίτι της , ερχόταν με ανασηκωμένη την ποδιά και όλο κάτι μας φίλευε.. Θυμάμαι τις ροδιές που είχε και πάντα μας έδινε, τα μοίραζε στα παιδιά…« Χάΐντε του γιάπ σέγκ» [ ελάτε να σας δώσω ρόδια].. έλεγε με τη σιγανή φωνή της. Ο πατέρας επαληθεύτηκε, δεν έπεσε έξω..Ο Γρηγόρης τελείωσε το Γυμνάσιο, έγινε δάσκαλος. Η Μαρία η γυναίκα του την αγάπησε και τίμησε την μάνα του.. Την είχαν μαζί τους σε όποιο χωριό και αν υπηρέτησε ο Γρηγόρης[ Πηγαδούλια, Σίτενα, Πλαιόκαστρο Φιλιατών,Βρύση, Πλαταριά, Αθήνα] ..Πέρασε καλά γεράματα και τις χάρισαν εγγόνια. Της το χρώσταγε ο Θεός, της άξιζε.. Η κ. Φωτεινή, η Αντώνλια « έφυγε» ευχαριστημένη.

Η θεία Αχτίτσα λοιπόν είναι η Αντώνλια. Ο άνδρας της ο Μιχαλιός που πέθανε είναι ο άντρας της ο Αντώνης που τον έχασε σχετικά νέο..Τα συναισθήματα της θείας Αχτίτσας είναι φυσικά τα ίδια με της Αντώνλιας. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν « επεβιβάζετο εις πλοίον … συλλέγουσα τους αστάχεις», όπως η θεία Αχτίτσα και δεν την κορόΐδευαν , δεν την έλεγαν « φουστάνα», αφού ήταν στο χωριό της… Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη αναφέρεται ακόμη ότι η Θεία Αχτίτσα είχε δύο παιδιά. Είχε χάσει το ένα παιδί όπως η «Αντώνλια» και το άλλο είχε μπαρκάρει και είχε χρόνια να μάθει νέα του . Γύρισε όμως και για αυτό ήταν ντυμένη με καινούργια ρούχα η θεία Αχτίτσα…Η Αντώνλια είχε και αυτή δύο παιδιά..Έχασε τον Παναγιώτη, μόλις οκτώ χρονών, και το άλλο παιδί ο « Ληγόρης» δεν έφυγε από κοντά της μέχρι τέλους. Όσο για την γειτόνισσα την Ζωμπινιώ η «Αντώνλια» είχε πολλές γειτόνισσες..Την Λιόνλια, την Σάνα, την Στέφλια, την Τάσενα, την Κίτσενα, την Θωμέσια, την Ναν-Πήλενα, την Μπάτζενα, την Μιχάλενα, την Γκέργκιλια, την Μπούτζενα, την Νάνλια..Την αγαπούσαν και τις αγαπούσε όλες.. Τάσενα, την Κίτσενα και την Μπάτζενα . Όλες !

Χρόνια στριφογύριζε στο μυαλό μου η ιστορία της Αντώνλιας..Ήθελα να την γράψω έτσι σαν ελάχιστο δείγμα αγάπης και σεβασμού, για να μείνει κάτι γραπτό στη μνήμη της.. Αυτές τις ημέρες διάβαζα Παπαδιαμάντη. Διάβασα και την Σταχομαζώχτρα.

Θέλω ακόμη να ζητήσω συγγνώμη από τον Γρηγόρη και την Μαρία για το σημείωμά μου αυτό..Ελπίζω να μη τους απογοητεύσω..Το ήθελα όμως πολύ .Ήταν ένα τάμα..Όλα είναι γραμμένα από καρδιάς..Γιατί η μάνα τού Γρηγόρη η Αντώνλια και η μάνα μου και οι άλλες μανάδες ήταν στην κυριολεξία και « λίγο μανάδες όλων των παιδιών της γειτονιάς μας στο παλιό χωριό». Ή όχι Ληγόρ-Δήμα ; Τότε δεν κλείδωναν τα σπίτια. Απλά ήταν πάνω στην κλειδαριά. Οι πόρτες ήταν ανοικτές για όλους, από όλους. Αχ χρόνια που διαβήκατε..

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

About Χρήστος Ευαγγέλου