ΒΟΥΡΛΑ ΚΑΙ ΑΓΡΙΑΓΓΙΝΑΡΕΣ

Όχι δεν ήταν έτσι, όπως την κατάντησαν, η παραλία της Πλαταριάς. Από τη γέφυρα της « Στρούγκας» [ γέφυρα δίπλα στο περίπτερο] μέχρι τον Μύλο η αμμουδιά ήταν πεντακάθαρη. Χωρίς λάσπες, χωρίς σκουπίδια. Με φύκια υγιή. Και ο Μύλος με τις πηγές και την απέναντι άμμο μπροστά του ήταν μία όαση, μία σπάνια χλωρίδα και πανίδα.

Όταν είχε μπουνάτσα τα νερά μέρα –νύχτα με το πήγαινε-έλα, έλα-πήγαινε , –μπρος –πίσω με μαστοριά και τέχνη , απαλά διαμόρφωναν την ψιλή άμμου του «πάτου» λωρίδες, έτσι που νόμιζες πως ένας μικρός, μικρούλης γεωργός με το μικρό αλέτρι του όργωσε το χωράφι-πυθμένα της πλαταριώτης παραλίας ή πως ένα αόρατο χέρι ,Θεός της…. Πλαταριάς με ένα μεγάλο πινέλο ζωγράφισε ένα οργωμένο χωράφι…Αργότερα , μετά από πολλά χρόνια που βρέθηκα στην Άνδρο , είδα πως σοβατίζουν τους εξωτερικούς τοίχους των σπιτιών με ένα τρόπο που το λένε « σαρδελωτό». Μου θύμισε τον «οργωμένο πυθμένα της ακροθαλασσιάς της Πλαταριάς» . Ήταν πολύ όμορφο να βλέπεις αυτή τη παράλληλη αλλαγή γραμμής και ανάγλυφου, ανάγλυφου και γραμμής ή μιας εσοχής ανάμεσα σε δύο προεξοχές…Και αυτή η εικόνα κρατούσε μία-δύο ώρες μέχρι να « σηκώσει αέρα». «Το έργο» το χαλούσαν τα ίδια ή άλλα κύματα , έτσι λες από ζήλια , έτσι σαν θαλασσινοί κουρσάροι… Η μάνα μου με ρωτούσε τι έκανα όλα τα πρωινά στη θάλασσα. « Κάποιος οργώνει τη νύχτα τον πάτο της θάλασσας» της είπα μία φορά χαμογελώντας. Κούνησε το κεφάλι και μπήκε στο σπίτι . Τι να μου πει ;

Και τώρα ; Τώρα έγιναν έργα ελλιμενισμού ιστιοφόρων. Τώρα την « κόντυνα».Τώρα φύκια, λάσπες. Δεν μπορείς πια να κολυμπήσεις στην Πλαταριά. Και ο Μύλος; Βρόμα, σκουπίδια, σακούλες νάιλον. Ο χώρος κάτω από τη μεγάλη γέφυρα έχει γίνει αποχωρητήριο .

Όχι δεν ήταν έτσι η Παραλία της Πλαταριάς. Εκεί που είναι ο παραλιακός δρόμος , εκεί που είναι τα παραλιακά σπίτια και οικόπεδα ήταν χωράφια που τα καλλιεργούσαμε. Δίπλα και συνέχεια της άμμου ήταν βούρλα και αγριαγκινάρες.

Ναι δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. « Πίσω από την πρόοδο θα μέναμε εμείς οι Πλαταριώτες ; Ναι να γίνουν έργα. Τα απολύτως απαραίτητα όμως. Με μέτρο, με σκέψη, με μελέτη. Χωρίς καθαρή θάλασσα το χωριό σιγά-σιγά θα χάσει την αξία του ή μήπως την έχασε ;. Τώρα με όσα έγιναν απλά « δουλεύουν» λίγοι, ορισμένοι. Τι να κάνει ο επισκέπτης στην Πλαταριά όταν δεν μπορεί να κάνει το μπάνιο του ; Και αυτοί οι λίγοι δεν θα έχουν δουλειά σε λίγα χρόνια.

Υπεύθυνοι είναι οι τοπικοί άρχοντες οι προηγούμενοι και οι σημερινοί. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Έχω ξαναγράψει και απλά έγινα κακός και το εισπράττω…Ας είναι.

Το ερέθισμά μου για το σημείωμα αυτό ήταν τα βούρλα και οι αγριοαγκινάρες. Έχω μνήμες, θύμισες πολλές, πάρα πολλές.

Είχε πολλά βούρλα σε όλο το μήκος. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα. Οι νέοι μας σήμερα δεν ξέρουν τι είναι βούρλο, εκτός από τον χαρακτηρισμό « αυτός είναι βούρλο ή είσαι βούρλο».Τότε όμως ήταν χρήσιμα. Είχαν ειδικό τρόπο επεξεργασίας πριν χρησιμοποιηθούν. Διάλεγαν τα πιο μεγάλα, τα πιο χοντρά και να έχουν σπόρο. Ήταν ….τα θηλυκά βούρλα. Έπρεπε να τα τραβούν με τρόπο, κατακόρυφα, ..ώστε να μη κόβονται. Έπρεπε να ξεριζώνονται. Το κάτω μέρος ήταν άσπρο. Η άσπρη αυτή μάζα είχε… γλυκιά γεύση . Τα δέναμε ματσάκια και έτσι χλωρά που ήταν τα « στρίβαμε» .Δεν μπορούσε να τα στρίψει ο καθένας. Χρειαζόταν τεχνική. Έστριβαν ένα βούρλο κρατώντας το ένα άκρο. Μετά το γύριζαν και έδεναν τις δύο άκρες κόμπο. Από τον μεγάλο κύκλο που προέκυπτε χωρίς να το κόβουν έκαναν δύο ομόκεντρους ίσους κύκλους που είχαν διάμετρο περίπου είκοσι εκατοστά. Κάθονταν κάτω και άπλωναν το αριστερό πόδι αν ήταν δεξιόχειρας και το δεξί αν αριστερόχειρας. Περνούσαν το στριμμένο από βούρλο από το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Μετά περνούσαν ένα-ένα βούρλο μέσα από το στριμμένο αυτό βούρλο σε όλο το μήκος . Με το δεξί χέρι τραβούσαν το βούρλο ενώ το κρατούσαν σε επαφή με το στριμμένο. Τραβούσαν με κλίση δυνατά και σταθερά , ώστε το βούρλο καθώς το τραβούσαν να «στρίβεται» σε όλο το μήκος ,οπότε χαλάρωνε χωρίς να κόβεται και γινόταν μαλακός σαν σπάγκος. Μετά τα άπλωναν στον ήλιο για λίγες ώρες και τα τοποθετούσαν στην σκιά για να ξεραθούν για να μη «σπάνε».

Ήταν πολύ χρήσιμα. Ήταν οι σπάγκοι μας , τα ράμματα μας. Τα χρησιμοποιούσαμε για να δένουμε τα δέματα σταριού , δέματα χόρτου για τα ζώα το χειμώνα. Δέναμε τα στάχυα που κρατούσαμε για σπόρο και τα κρεμούσαμε στις « γριντιές» του σπιτιού. Εμείς τα παιδιά διαλέγαμε τα κόκκινα, κίτρινα, τα πολύχρωμα στάχυα για ομορφιά και τα κρεμούσαμε χώρια από τα άλλα. Διαλέγαμε τα καλύτερα στάχυα, τα« γυαλιστερά» για « κοκοσιάρια», τα περιβόητα « ποπ-κόρν», όπως τα λένε σήμερα. Τα έφτιαχνε η μάνα τον χειμώνα στο τηγάνι.

Τα χρησιμοποιούσαν στις στέγες των καλυβιών των ζώων για να στηρίξουν, δέσουν τα άχυρα , το αρσενικό ψαθί με τα οποία τα σκέπαζαν. Ακόμη τα καλοκαίρια δέναμε στα στηρίγματα τις ντομάτες, φασουλιές, αγγουριές. κολοκυθιές . Περνούσαμε τα ξερά σύκα τις « τσαπέλες» που τρώγαμε το χειμώνα . Τα πλέκαμε με τις ουρές των κρεμμυδιών και σκόρδων για να τα κρεμάσουμε και να αερίζονται. Πολλά βούρλα για τους ίδιους σκοπούς έβγαζαν και οι Κερκυραίοι.

Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα βούρλο ή πιο σωστά ίσως να έχει στο μύλο αφού ακόμη δεν το γέμισαν με μπάζα, όπως έκαναν με το κτίριο το οποίο έθαψαν « ζωντανό» με σκουπίδια.

Εκτός από τα βούρλα ή πιο σωστά ανάμεσα στα βούρλα υπήρχαν οι άγριες αγκινάρες. Ήταν πιο κοντές, πιο μικρές και πιο « αδύνατες» από τις ήμερες. Ο καρπός ήταν αρκετά πιο μικρός και είχαν πολλά αγκάθια. Όταν το καλοκαίρι ξεραίνονταν το τσίμπημα τους ήταν πολύ οδυνηρό.

Ο τόπος είχε αρκετό χόρτο και τα ζώα έβρισκαν τροφή. Δεν έφευγαν και έτσι εμείς τα παιδιά που τα βοσκούσαμε είχαμε τη δυνατότητα να παίζουμε δίπλα στην άμμο. Ήταν όμως δύσκολο να τα μαζέψουμε , αφού φορούσαμε τότε κοντά παντελόνια μέχρι την εφηβεία. Ούτε τα « γομάρια» δεν έτρωγαν τα φύλλα τους ή τον καρπό τους.

Οι μόνοι που μάζευαν τις άγριες αγκινάρες ήταν οι Κερκυραίοι. Έρχονταν με καίκια. Άραζαν στην αμμουδιά, ώσπου πάτωνε η πρύμνη και έριχναν άγκυρα. Τοποθετούσαν δύο μαδέρια από το καίκι μέχρι την αμμουδιά καλά δεμένα, ώστε να μη μετακινούνται. Μάζευαν τις αγριαγκινάρες «για κονσέρβες» μας έλεγαν. Τις πουλούσαν στους Ιταλούς. Είχαν μπότες μέχρι το γόνατο, φορούσαν πέτσινα γάντια και ειδικά ψαλίδια . Άλλοι έκοβαν τον καρπό αφήνοντας και κοτσάνι για να μη μαραθεί νωρίς, και άλλοι τις μετέφεραν στο πλοίο με καλάθια, « κόφες» όπως τις έλεγαν και τις άδειασαν στο αμπάρι. Αφού το γέμιζαν έφευγαν για την Κέρκυρα.

Τότε μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ήμουν παρών όταν γινόταν αυτή η εργασία γιατί βοσκούσα τα βόδια μας. Τα θυμάμαι όλα. Έχω την αίσθηση πως αν συναντούσα έναν από αυτούς που μάζευαν τις αγκινάρες θα τον …αναγνώριζα.

Βούρλα και αγκινάρες λοιπόν εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκε και ο Μύλος. Ο κάμπος έγινε οικόπεδα. Πάνε και τα χόρτα. Όλα τα αγοράζουμε από τους πλανόδιους μανάβηδες. Και ότι χόρτο απόμεινε είναι βρόμικο από σκουπίδια που πετάμε εμείς οι ίδιοι.

Η Πλαταριά έχασε, χάνει την ταυτότητά της. Πληρώνει με τη σειρά της το τίμημα της ….« προόδου» …Έγινε πρωτεύουσα του Δήμου, έγινε, γίνεται κωμόπολη με όλες τις συνέπειες που ακολουθούν.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου-2006

About Χρήστος Ευαγγέλου