Το όνειρο με τον Ντορή

Λένε πως  ένα είναι το φεγγάρι και η πανσέληνος  για όλον τον κόσμο.

Κάνουν λάθος !  Καθένας μας συνεπαρμένος  από το θέαμα και συναισθηματικά φορτισμένος την ώρα που τα βλέπει έχει την αίσθηση ότι είναι και τα δύο δικά του, του δικού του αποκλειστικού τόπου και κάνουν την εμφάνισή τους  από το ίδιο πάντα σημείο. Και όποιος το νιώθει, το ζει αυτό το συναίσθημα ξέρει από ποιο λοφάκι, από ποιο ύψωμα, από ποιο βουνό βγαίνει το ολόγιομο φεγγάρι και περιμένει, καρτερεί να τα  συναντήσει.

Στην Πλαταριά, στο δικό μου τόπο,  το φεγγάρι βγαίνει, ανατέλει πίσω από το χαμηλό λόφο της Κόδρας. Μπροστά από το λόφο ο κάμπος, η θάλασσα και ανάμεσά τους  η άσπρη λωρίδα  της αμμουδιάς. Όταν έβγαινε, έτσι  σαν ήλιος της νύχτας  το πράσινο του κάμπου, το γαλάζιο  της θάλασσας , το άσπρο της αμμουδιά και τα γύρω βουνά  καλύπτονταν  από το δικό του χρώμα και γίνονταν μία ενιαία  επιφάνεια  στην απόχρωση του χρυσού , του δειλινού.

Μαγεμένος  από μικρό παιδί με την Πανσέληνο,  όπου και αν βρισκόμουν , ότι και να έκαναν σταματούσα  για να απολαύσω αυτό  το θέαμα της φύσης , του Θεού.  Κάθε εποχή έχει τη δική της πανσέληνο. Καιν τις έζησα , τις γνώρισα, τις ξέρω όλες. Και τι καλοκαιρινές  και τις φθινοπωρινές  και τις χειμωνιάτικες και τις ανοιξιάτικες.

Και θαρρείς  πως και το φεγγάρι είναι διαφορετικό κάθε εποχή. Ή κάπως έτσι νόμιζα πως ήταν τότε στο χωριό. Παιδί τότε «ταξίδευα  μαζί του και το ακολουθούσα». Η μάνα μου με εύρισκε  εκεί στο « ύψωμα στα χαλάσματα » να κοιτώ ψηλά  το φεγγάρι μέχρι αργά τη νύχτα.« Έλα , παιδί μου, θα κρυώσεις , κάνει κρύο. Πάλι το φεγγάρι κοιτάς ; »  , μου έλεγε.

Στις κρύες νύχτες  του Γενάρη με ολόγιομο το  φεγγάρι  τα μάτια δακρύζουν  σαν το κοιτάς.  Είναι κάτι  που δεν μπορώ  να ξεχάσω. Παιδί τότε ονειροπολούσα και ήθελα να βρεθώ κοντά του. Έλεγα , πως αν ξεκινούσα  νωρίς και βρισκόμουν  στην κορυφή του λόφου  της Κόδρας, νωρίτερα από το φεγγάρι , θα μπορούσα να το ακουμπήσω , να το πιάσω, να το κατεβάσω  και να το πάρω και να φύγω ! Με το μαχαίρι, που θα είχα μαζί μου, θα μπορούσα να το κόψω και να το μοιράσω κομματάκι-κομματάκι  έτσι σαν αντίδωρο , σε όσους συναντούσα γνωστούς και αγνώστους. Μα πάλι ,έλεγα, πως θα γίνει αυτό και ντρεπόμουν να φανερώσω  την επιθυμία μου. Μου απόμεναν , όμως, τα όνειρα , σκεπτόμουν. Με κάποιο όνειρο θα τα καταφέρω, μονολογούσα, και θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία μου.

Και ένα βράδυ έβλεπα  πως πήγα νωρίς με τα πόδια στο λόφο του φεγγαριού στην Κόδρα και διαπίστωσα φθάνοντας στην κορυφή  πως πίσω από το λόφο  ήταν άλλο βουνό, που ήταν πιο μακριά με το φεγγάρι στη δική του κορυφή.  Γύρισα σπίτι στεναχωρημένος. Έπρεπε να βρω άλλη λύση. Σκέφτηκα πως αν είχα  ένα άλογο  ίσως προλάβαινα να  το συναντήσω πριν πάει στο άλλο βουνό. Ζήτησα τον Ντορή του  Μπάρμπα Θωμά . Νέο άλογο ο Ντορής  βαρβάτο με σέλα. Μόνο για καβάλα το είχε ο Μπάρμπα Θωμάς. Με αυτό πήγαινε στην Ηγουμενίτσα, στους γάμους , στα πανηγύρια, στα κτήματά του.

‘Ήταν η καλύτερη λύση για εμένα.  Του ζήτησα το άλογο  και το έδωσε χωρίς να ρωτήσει γιατί το θέλω, που θα πάω.   Πως  να του πω  πως πάω να συναντήσω το φεγγάρι  στη Κόδρα. «Να του δώσεις τροφή και καθαρό νερό, είπε , και άντε στο καλό». Ξεκίνησα καβάλα στην κατάλληλη ώρα  για να προλάβω. Γρήγορα έφτασα  στην κορυφή του λόφου, πριν φανεί το φεγγάρι , μα αυτό ήταν  στο πίσω βουνό. Πίεσα το άλογο  να τρέξει περισσότερο . Έφτασα στο βουνό που « ήταν πριν το φεγγάρι , στο επόμενο βουνό». Συνέχισα με το άλογο καλπάζοντας. Έτρεχε, έτρεχε χωρίς να μπορώ να φθάσω το φεγγάρι. Και ,όμως, συνέχιζα πιέζοντας περισσότερο τον Ντορή. Το σπιρούνιασα και άλλο. Είχε ιδρώσει , αγκομαχούσε. Και ξαφνικά ο Ντορής έπεσε κάτω, έσκασε, ψόφησε. Δίπλα του έπεσα και εγώ κατατρομαγμένος.

Το άλογο ψόφησε, το άλογο… το άλογο » φώναξα δυνατά. Και ξύπνησα. «Τι συμβαίνει φώναξε η μάνα μου. Άλογο έβλεπες στον ύπνο σου  παιδί μου ;« Ναι  μάνα, της είπα, άλογο, το άλογο του Μπάρμπα Θωμά, του Θωμά Κίτσου. Ναι μάνα , συνέχισα. Άλογο είδα. Ήμουν καβάλα και έσκασε». « Έλα ηρέμησε, συμπλήρωσε». Πήγα κοντά της  και με την μπαλωμένη ποδιά της  σκούπισε  τον ιδρώτα μου, χάιδεψε το κεφάλι μου  και εγώ πέρασα τα χέρια μου στη μέση της και έγειρα το κεφάλι πάνω της, στο κορμί της.

Αυτά τα θυμήθηκα χθες βράδυ, συνταξιούχος πια, καθώς έβλεπα  ήσυχα , αμέριμνα, μελαγχολικά την πανσέληνο, εδώ στην Πλαταριά. Το φεγγάρι βγήκε πάλι  στο λόφο της Κόδρας και δεν φαίνεται να « γέρασε» πανάθεμά το. Είναι το ίδιο, λες,  και δεν το ακουμπά ο χρόνος. Είναι άγγισμα ψυχής, μεταλαβιά, αντίδωρο της φύσης και του Θεού το ολόγιομο φεγγάρι. Ήμουν στο μπαλκόνι. Σηκώθηκα. « Πηγαίνω να περπατήσω » είπα στην Ελένη. « Στάσου, θα έλθω και εγώ» μου είπε. Θέλω να μου πεις πάλι εκείνο το όνειρο με το άλογο το Ντορή».

About Χρήστος Ευαγγέλου