Ντέφι

Τα πρώτα μου μουσικά ακούσματα ,   τα πήρα από την φλογέρα του πατέρα μου και του Μπάρμπα Θανάση του αδελφού του. Τα πρώτα τραγούδια τα άκουσα από « τους μεγάλους» που τραγουδούσαν γύρω από το τζάκι τα Σαββατοκύριακα και στα πανηγύρια. Παρακολουθούσα τον πατέρα μου και τον Μπάρμπα μου καθώς παίζανε την φλογέρα. Ήταν   μία κοντή σιδερένια βαριά φλογέρα. Απορούσα πως έπαιζαν τα δάχτυλα και πως το φύσημα μετατρεπόταν σε μουσική. Πρώτα έλεγε μόνος του ή όλοι μαζί το τραγούδι, τα λόγια και μετά έπαιζε τον «ήχο» με την φλογέρα. Πολλές φορές χορεύαμε κιόλας. Έχω ακόμη στα αυτιά μου αυτή τη μουσική, «τη φωνή της φλογέρας» .Όταν είχαν όλα τα… δόντια τους η απόδοση ήταν άριστη. Με τα χρόνια και με την … μασέλα … χανόταν ο αέρας… Αλλά πια μασέλα ! Δεν υπήρχε οδοντίατρος, αλλά και να υπήρχε δεν θα μπορούσαν να πάνε. Φτώχεια και αγώνας για την μπομπότα στον κάμπο και δύο-τρία « μανάρια» γίδια για το γάλα, το τυρί, το « γκερεμέζι» !Σήμερα το λέμε γαλοτύρι !

Πιο πολύ μου άρεσαν τα πολυφωνικά τραγούδια . Ένας το σήκωνε, ένας το έκοβε, ο άλλος το έκλωθε και οι άλλοι κρατούσαν ήχο. Και μετά φλογέρα –μοιρολόι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε. Με καθήλωνε αυτός ο συνδυασμός .Νόμιζα πως ήταν ένα ξέσπασμα των ανθρώπων προς τη ζωή, μία απόγνωση για τον θάνατο, μία ευχαριστία προς το Θεό. Έτσι σαν αρχαία τραγωδία. Αυτή η μουσική σπάρθηκε και φύτρωσε , φούντωσε ,έγινε δέντρο στην παιδική ψυχή μου και από τότε την ακούω με πάθος , κατάνυξη και αγαλλίαση. Ρίζωσε έγινε δέντρο , μεγάλη βαλανιδιά του βουνού και άντε να την ξεριζώσεις.

Ο πατέρας μου με παρότρυνε να μάθω φλογέρα…. « τζούρα». Προσπάθησα αλλά δεν τα κατάφερα. Είχα μικρά δάχτυλα, απογοητεύτηκα, τα παράτησα. Έβαζα τον πατέρα και έπαιζε συχνά. Δεν μου χάλαγε χατίρι. « Θα την αφήσω σε σένα » μου έλεγε. Μου την εμπιστεύθηκε και την έκρυβα σε κάποια γωνιά του σπιτιού. Φρόντισα να μη χαθεί. Την έχω ακόμη . Είναι οικογενειακό κειμήλιο. Δεν μου αρκούσε όμως αυτό. Όταν μπόρεσα και αγόρασα μαγνητόφωνο έγραψα « τον πατέρα μου να παίζει φλογέρα και να τραγουδά» . Ο πατέρας « έφυγε» ή πιο σωστά « απλά λείπει» και εγώ όταν «η παρουσία» του γίνεται έντονη ή αισθάνομαι αναγκαία «την παρουσία» του τον ακούω και όλα με μιας έρχονται στο νου. Κλείνω και τα μάτια, σβήνω το φως και μέσα στο διπλό σκοτάδι όλα έρχονται με μιας μπροστά μου όπως εκείνα τα βράδια στο πατρικό σπίτι. Βάζω το μαγνητόφωνο και τον ακούω. Άλλα μουσικά όργανα δεν υπήρχαν . Βιολί, κιθάρα, κλαρίνο, ντέφι είδα και άκουσα στους γάμους. Το κλαρίνο με το βιολί σαν έπαιζαν μαζί κυριολεκτικά με μεθούσαν, με χαλάρωναν, με μεράκλωναν τόσο πολύ που έβαζα τα κλάματα έτσι χωρίς λόγο.

Όσο και να μου άρεσαν όμως  δεν πέρασε από το μυαλό μου να μάθω ένα από αυτά. Ειδικά το κλαρίνο ήταν πολύ δύσκολο , τόσο σύνθετο, με τόσα « κομποκλίτσια » που είχε [πολύπλοκο, πολλούς…κόμπους], όπως λέγαμε. Και που να μάθεις, που να βρεις τα χρήματα. Εξάλλου το θεωρούσαμε υποτιμητικό ,αφού «όργανα παίζουν μόνο οι…. Γύφτοι ». Οπότε ; Οπότε απόμεινε το ντέφι. Το έβρισκα πιο εύκολο. Του άρπαζα τον ρυθμό, θα μπορούσα να το παίξω . Ναι, αλλά που να το βρω ; Ήξερα ότι γινόταν από «τουμάρι» κατσικιού. Το καλό ντέφι βέβαια ήταν ακριβό. Έτσι λοιπόν ούτε ντέφι μπορούσα να αποκτήσω. Είχα ακούσει ότι ο « Πήλιο Γιάννος » [ Σπύρος Ιωάννου Αναστασίου] έφτιαχνε «ντέφια» και κιθάρες με χορδές αρμίδι [ πετονιά] που ψαρεύαμε. Είχα περάσει από την αυλή του σπιτιού του. Πραγματικά είχε φτιάξει ντέφι και … κιθάρα. Πολυμήχανος, πολυτεχνίτης ο Πήλιος. Τον θαύμαζα. Ωστόσο δεν τόλμησα να του φανερώσω την αγάπη μου για το ντέφι ή να του ζητήσω να μου φτιάξει και εμένα ένα.

Έτσι λοιπόν μου απόμενε να πηγαίνω στους γάμους κοντά στον … ντεφιτζί για να … μάθω πως το παίζει. Ο πρώτος που θυμάμαι ήταν ο Βαγγέλ-Νάστος [;]. Βιολί έπαιζε ο Ντίνης. Αυτοί πήγαιναν ζευγάρι σε όλους τους γάμους. Παρακολουθούσα τον τρόπο που έπιανε , που κρατούσε το ντέφι με το αριστερό χέρι του , που και πότε , πόσο σιγά , πόσο δυνατά το χτυπούσε με το δεξί του . Στεκόμουν στο πλάι του όρθιος. Έκανα την αριστερή μου παλάμη … ντέφι και έπαιζα χτυπούσα το δεξί μου χέρι κοιτάζοντας το δεξί χέρι   του Βαγγέλ-Νάστου. Μου άρεσε .Το βρήκα σχετικά εύκολο, έτσι σαν παιγνίδι. Όσο κρατούσε ο γάμος καλά ήταν.. έκανα τα μαθήματά μου. Μετά όμως ; Μετά… βρήκα τη λύση. Απλά πήρα ένα από τα «καπάκια » που η μάνα έβαζε τα καρβέλια « για να έλθουν για ψήσιμο» και έπαιζα με τις ώρες. Τα «καπάκια» ήταν ελαφρά, από λαμαρίνα. Σκέπαζαν τα κυλινδρικά κουτιά του χαλβά που πουλούσε ο μπακάλης Χαρίλο-Λουκάς και μετά οι Βασσαίοι στο χωριό μου στην Πλαταρά. «Ντέφι παίζεις ; », μου έλεγε η μάνα μου. «Ντέφι παιδί μου παίζουν οι … γύφτοι». Δεν με εμπόδιζε όμως, ούτε μου το απαγόρευσε. Για να μην την ενοχλώ πήγαινα μακριά στον κήπο, κάτω από την « ελιά του Γιώργου» για « να μην της πάρω το κεφάλι με το ντουμ-ντουμ». Αφού τελείωσα τα μαθήματά μου.. στο « καπάκι», πήρα ένα σινί. Το άφησα νωρίς γιατί δεν μπορούσα να το πιάσω αφού δεν είχε …βάθος.. Πήρα ένα μικρό ταψί. Αυτό ήταν καλύτερο, το έπιανα καλά . Ήξερα τις…νότες από αρκετά τραγούδια της εποχής. Δόστου λοιπόν, και δόστου, χτύπα και ξαναχτύπα προσπαθώντας να κάνω και τα κόλπα … του Νάστου μέχρι που κουραζόμουν ή μου έλεγαν « φθάνει πια μας πήρες τα μυαλά».

Τα χρόνια πέρασαν. Δεν μπόρεσα να μάθω ντέφι μέχρι που τελείωσα το γυμνάσιο. Που να βρω χρόνο και … «παράδες». Αλλά και που να μάθεις. Όταν ήλθα στην Αθήνα συνέχισα τις σπουδές και συγχρόνως δούλευα. Μου είχε απομείνει το πάθος μου για το ντέφι. Μπόρεσα όμως να αγοράσω ένα πικάπ και δίσκους πολυφωνικών τραγουδιών για να τα   ακούω, να τα … ακούω. Και όσο γίνομαι και πιο… νέος προχωρημένης ηλικίας το ντέφι, το πολυφωνικό, το γνήσιο ηπειρώτικο γίνεται αρρώστια ανίατη…. Ηπειρώτικο χωρίς ντέφι γίνεται ; Δίκιο δεν έχω ; Είναι σαν να σου σερβίρουν ένα πολύ καλό φαγητό …. χωρίς αλάτι. Ενοχλούμαι με τα κρουστά. Ντέφι φίλε μου, ντέφι. Ντέφι να ακούω , να έρχεται ο ήχος ανάμεσα στους άλλους, αλλά και χωριστά, αισθητά, να τον καταλαβαίνω, να τον διακρίνω, να χτυπά στα .. τύμπανά μου βαθιά, στην ψυχή μου μέσα, να φθάνει από το μυαλό μου μέχρι τις φτέρνες κάτω.

Γάμοι με βιολιά δεν γίνονται πια. Και αν υπάρχουν βιολιά δεν υπάρχει ντέφι. Έχει κρουστά και…. συνθιζάιζερ [;]. Ξένα πράγματα. Καθαρή νοθεία. Και τα ηπειρώτικα ; Όλα συρτοτσιφτετέλια, « βουρ στον πατσά», « όλοι στην πίστα» , να κουνιόμαστε, να λικνιζόμαστε. Όχι . όχι . Ο ηπειρώτικος χορός είναι «εγκεφαλικός, εσωτερικός». Χορεύει πρώτα η ψυχή σου, η ψυχούλα σου, η καρδούλα σου , το μυαλό σου , η ύπαρξή σου και μετά παρασύρεται το κορμί σου, το σώμα σου, τη σάρκα σου. Και τι μου απομένει ; Αναζητώ παλιές εκτελέσεις ηπειρώτικων τραγουδιών με όλα τα όργανα,… με ντέφι πάντα και τα ακούω και τα ακούω. Όταν έχω… σεκλέτια, στεναχώριες για κάποιο λόγο ή έτσι χωρίς λόγο, για να πάει καλά η μέρα βάζω ένα ..« βαρύ πωγώνι» και ανοίγεται η καρδιά μου. Είναι το φάρμακό μου. Κάνω και το σταυρό μου και φεύγω…Πέρασαν βλέπετε και τα χρόνια….και ψάχνω για ….διέξοδο.

Το «βαρύ πωγώνι» άρεσε πάρα πολύ και στον πατέρα μου. Το χορεύαμε μαζί στο σπίτι. Όταν πάω να ανάψω το καντήλι στο νεκροταφείο ,έχω μαζί μου και το μαγνητόφωνο στη θέση με το «βαρύ πωγώνι» και το βάζω να το ακούσει . Άδικα περιμένω να έλθει από … κάπου να το χορέψουμε. Άδικα ; . Όχι άδικα. Ο πατέρας « έρχεται και χορεύουμε και κουβεντιάζουμε». Εξάλλου για να τον «συναντήσω» δεν πηγαίνω ; Κάθομαι και το ακούω, κουβεντιάζω μαζί του . Παρακολουθώ κιόλας μήπως έλθει κάποιος. Αν το ακούσει θα … πει πως τρελάθηκα εντελώς… Και δεν θα έχει άδικο .

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

About Χρήστος Ευαγγέλου