Ο Χρήστος

Η μάνα μου, όταν παντρεύτηκα, με ρώτησε για το σπίτι στην Αθήνα. Σαν άκουσε πως υπάρχει τόπος για …«κοτέτσι» , άστραψε το πρόσωπό της. « Γιατί ρωτάς ;» …τη ρώτησα ! « Θα σου βάλω κλώσα για τα παιδιά», είπε. «Δηλαδή ;», της είπα, απορημένος. « Θα μου πέσει κλώσα το Μάρτη. Και θα βάλω λίγα αυγά. Θα τα μεγαλώσω να γίνουν κοκοράκια και πουλακίδες και εσύ θα τα πάρεις έτοιμα με το αυτοκίνητο. Θα κάνεις το κοτέτσι με σανίδια. Ξέρεις εσύ. Το φτιάχνεις μόνο σου. Εκεί δεν έχει αλεπούδες να στα φάνε. Τα κοκόρια τα σφάζεις και κρατάς ένα για τις κότες. Να έχεις αυγά για τα παιδιά από τη γιαγιά. Θέλω να το κάνω για τα παιδιά και δεν θέλω να μου χαλάσεις το χατίρι» !

Και πώς να το χαλάσω ; Έγιναν όλα , όπως τα είπε. Έβαλε τη κλώσα. Έβγαλε 11 πουλιά. Χαρούμενη με πήρε τηλέφωνο για να με ενημερώσει. Αχ καημένη μανούλα και γιαγιά ! Τότε ο γιός, το πρώτο παιδί μας, ήταν τριών ετών. « Η γιαγιά από την Πλαταριά θέλει να σου μιλήσει» του είπα. Δεν ήξερε τίποτε. Μίλησε μαζί της και ήταν ενθουσιασμένος από το δώρο της γιαγιάς. Ρώτησε πότε θα πάμε στο χωριό να τα πάρουμε. Μη τάξεις στα παιδιά, όπως λένε. Από εκείνη την ημέρα μιλούσε με τη γιαγιά και ρωτούσε αν η κλώσα έκανε τα πουλάκια. Πόσα έκανε. Τι χρώμα έχουν. «Να τα προσέχεις , γιαγιά μου. Το καλοκαίρι θα έλθουμε να τα πάρουμε όλα !». Πήγαμε το καλοκαίρι. Που τον είχες , που τον έχανες έπαιζε με τα πουλιά. Η γιαγιά του έβρεχε το ψωμί , του έδινε αλεύρι για να φάνε τα πουλάκια… να μεγαλώσουν! Παρακολουθούσα κρυφά τη μάνα μου καθώς στεκόταν όρθια δίπλα στον εγγονό της και τον παρακολουθούσε και εκείνη. Την αξίωσε ο Θεός να δει άλλο ένα « αγγόνι» !

Το αγγόνι , όμως, ανυπομονούσε να φύγουμε και να πάρουμε τα πουλάκια, να φτιάξουμε κοτέτσι ! Έτσι και έγινε .Πήραμε πέντε. Δεν χωρούσε το αυτοκίνητο. Ήταν τρεις πουλακίδες και δύο κοκόρια. Όλα με κόκκινο φτέρωμα ή πιο σωστά κοκκινωπό. Φτιάξαμε το κοτέτσι μαζί. Εγώ ο μάστορας και βοηθός ο γιος ! Με τις φροντίδες, τις περιποιήσεις ξεπετάχτηκαν γρήγορα. Τα αφήναμε ελεύθερα σε ένα κομμάτι κήπου που είχε χώμα. Τα δύο κοκόρια έγιναν… αντράκια και άρχισαν να μαλώνουν. Ρώτησε ο γιος γιατί μαλώνουν ! Του εξήγησα πως ένας από τους δύο πρέπει να είναι ο αρχηγός ! Και ήλθε η άλλη ερώτηση : « Ποιος θα γίνει ο αρχηγός ;». Απάντηση : « Θα παλέψουν και ο νικητής θα γίνει αρχηγός» ! Απόρεσε. « Αν τα δεις να μαλώνουν , μη τα χωρίζεις» του είπα. Δεν με άκουσε. Κάθε φορά που μάλωναν έτρεχε και τα χώριζε. «Υπάρχει και άλλος τρόπος» του είπα : Να σφάξουμε το ένα !». Ανένδοτος. Έκλαιγε. Τον άφησα να αποφασίσει μόνος του. Και αποφάσισε να γίνει αρχηγός ο νικητής ! Τον ..αδελφό του τον σφάξαμε.« Έτσι είναι η ζωή του» είπα ! Προσαρμόστηκε ή πιο σωστά συμβιβάστηκε. Περνούσε ο καιρός ευχάριστα. Μάλιστα   έβγαζε τις κότες και τον κόκορα στα δίπλα οικόπεδα και τα φύλαγε σαν να ήταν κανονικός βοσκός προβάτων. Στο μεταξύ είχε γεννηθεί και η κόρη.

Τα πουλιά ήταν του Μαρτίου και αρχές φθινοπώρου ο κόκορας άρχισε να λαλεί , έγινε άντρας και οι κότες άρχισαν να ζευγαρώνουν και να γεννούν. Έγιναν και οι δύσκολες σχετικές ερωτήσεις για το ζευγάρωμα. Πρώτα μαθήματα του τρόπου γονιμοποιήσεως !!       Η χαρά του ήταν μεγάλη όταν έπαιρνε τα αυγά. Μάλιστα μας έφερε και συμμαθητές του από το νηπιαγωγείο να δουν …κανονικές κότες που κάνουν αυγά ! Ευχαριστημένος και ενθουσιασμένος ο γιός μου λέει : « Μπαμπά αποφάσισα να βαπτίσω τον κόκορα …Χρήστο, σε πειράζει ; Θέλω να ευχαριστήσω τη γιαγιά και εσένα το παιδί της !». « Όχι , βέβαια», του είπα ! Τι να του πω ; Από κοντά και η αδελφή του. Πιο μικρή αυτή έπαιζε μαζί τους όλη μέρα !

Και ως εδώ καλά. Πέρασε ο πρώτος χειμώνας. Ήλθε πάλι Άνοιξη, Καλοκαίρι .Ο κόκορας λαλούσε τις ώρες του, όπως όλα τα κοκόρια του κόσμου ! Τα χαράματα και τα μεσάνυχτα ! Είχαμε και τα αυγά μας ! Όμως ο γείτονας ενοχλήθηκε. Και ας ήταν από ένα χωριό του Καρπενησίου και φυσικά πριν γίνει Αθηναίος θα είχε κότες και άλλα ζώα στο χωριό του ! Εξάλλου τον πρόδιδε και η προφορά του ! Κανείς άλλος δεν παραπονέθηκε από τη γειτονιά. Μας ζήτησε να απομακρύνουμε ή να σφάξουμε τον κόκορα. Του εξηγήσαμε ότι είναι για τα παιδιά και τον παρακαλέσαμε να δείξει κατανόηση. Ήταν ανένδοτος. Αδιαφορήσαμε και τελικά μας έφερε την αστυνομία. Ο αστυνομικός απόρεσε γιατί αφού όλα ήταν πεντακάθαρα. Δηλαδή δεν υπήρχε θέμα καθαριότητας και μυρωδιάς. « Λυπάμαι , αλλά πρέπει να το αναφέρω , πριν σας κάνει μήνυση», είπε ο αστυνομικός. Έτσι δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να σφάξουμε τον κόκορα. Ο γιός ανένδοτος. Έκλαιγε. Φώναζε. Προσπαθούσα να του εξηγήσω, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πως το λάλημα του κόκορα ενοχλούσε τόσο πολύ. Και , ως παιδί, είχε δίκιο. Το αφήσαμε για να δούμε αν θα επανέλθει ο γείτονας. Εξακολουθούσε να επιμένει. Στο μεταξύ είχε γεννηθεί και η κόρη .

Τι να έκανα ; Έπρεπε να το σφάξουμε. Αλλά τι να σφάξεις ; Ήταν ένας καταπληκτικός κόκορας. Όμορφος, με χρυσοποίκιλτα φτερά, εύσωμος, ψηλός, σωστός λεβέντης. Και ήμερος. Τον φώναζες και ερχόταν τρέχοντας. Ήξερε ότι κάτι θα του έδινες. Έτρωγε από την παλάμη. Χαιρόσουν να τον βλέπεις. Πώς να τον σφάξω ; Ήθελα δεν ήθελα …ήμουν ο άντρας, ο παλικαράς. Βασανιζόμουν. Ήταν τόσο οικείος. Εγώ θα τον φώναζα και αυτός θα νόμιζε ότι κάτι θα είχα στη χούφτα μου.

Πήγα στον χασάπη και του είπα θέλω να μου σφάξεις έναν κόκορα. Γέλασε και μου λέει : « Πλάκα μου κάνεις ; Δεν έχεις τη δύναμη, το θάρρος να σφάξεις ένα κόκορα ; Τι άντρας είσαι ! Ξέρω ότι είσαι από χωριό και εκεί έσφαζες !». Τι να του πω ; Πώς να του εξηγήσω ; Θα μου έλεγε « για ένα κόκορα κάνεις έτσι ;». Έφυγα απογοητευμένος. Το ανέβαλα συνεχώς. Ο γείτονας εκεί « αμέτι-μουχαμέτι», το πήρε προσωπικά το θέμα. Ή το παίρνετε από εδώ ή κάνω μήνυση . Που να το πήγαινα ;

Έτσι θέλοντας και μη αποφάσισα να το σφάξω. Σκέφτηκα  πως καλύτερα θα ήταν το βράδυ, ώστε τουλάχιστον να μη με βλέπει. Να μην το βλέπω .Και κυρίως να μην είναι το παιδί μπροστά. Ναι τόσο δεμένος ήμουν και εγώ μαζί του. Πράγματι έτσι έγινε. Είχε νυχτώσει για καλά όταν πήγα και τον πήρα από το κοτέτσι. Με κρύα καρδιά τον πήρα από το κοτέτσι. Πήγα στο πιο πλατύ μέρος του κήπου. Τον έβαλα στη στάση που έπρεπε να το βάλω «για να μη φεύγει από τα χέρια », όπως μου είχε δείξει ο πατέρας. « Είσαι άντρας και πρέπει να μάθεις να σφάζεις κοτόπουλα και το κατσίκι της Λαμπρής» μου έλεγε. Κοτόπουλα έσφαζα. Το κατσίκι της Λαμπρής δεν μπόρεσα να το μάθω. Λοιπόν, πάτησα τα πόδια του «Χρήστου» με το ένα πόδι με το αριστερό πόδι μου και με το άλλο τις φτερούγες αφού τις τράβηξα προς τα πίσω. Πιάνω το κεφάλι του και πλησίασα το μαχαίρι. Ομολογώ ότι το χέρι μου έτρεμε. Κλείνω τα μάτια, παίρνω ανάσα και με βουρκωμένα μάτια αρχίζω να κόβω το λαιμό του. Δεν τα κατάφερα. Μου έφυγε από τα χέρια .Με μισοκομμένο το λαιμό και με το αίμα να τρέχει πηδούσε στα τυφλά δεξιά-αριστερά πιτσιλίζοντας με αίμα τοίχους, γλάστρες, λουλούδια. Άναψα το φως και τον έπιασα . Τον αποτελείωσα . Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Τα παιδιά το έμαθαν την άλλη ημέρα. Στεναχωρήθηκαν και αναρωτιόνταν τι κατάλαβε ο « κακός γείτονας». Αλλά η ζωή τραβάει το δρόμο της. Το ξεπουπουλιάσαμε, το καθαρίσαμε και το βάλαμε στην κατάψυξη να ξεχαστεί λίγο το θέμα και να ηρεμήσουν τα παιδιά. Όταν το μαγείρεψε η Ελένη δεν έφαγα. Δεν πήγαινε κάτω η μπουκιά !!

Αυτός ήταν ο κόκορας …« Ο Χρήστος». Και βέβαια υπάρχει η φωτογραφία του !

About Χρήστος Ευαγγέλου