Γάλα σκόνη

Ήταν τότε μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία του 50.Νωπές ακόμη οι πληγές, οι καταστροφές, η θλίψη , αβεβαιότητα , η αγωνία. Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες είχαν αφήσει μόνο τα καρφιά στους τοίχους φεύγοντας. Και όμως η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί. Έπρεπε να σταθούμε στα πόδια μας» . Οι γονείς μας μάζεψαν όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει και ρίχτηκαν στη βιοπάλη.

Πρώτος στόχος να γεμίσει, στην κυριολεξία, το στομάχι, να μη πεινάσουν τα παιδιά, η οικογένεια. Να εξασφαλίσουν το ψωμί, η μπομπότα , το λάδι, τι ελιές , τα όσπρια , τα κηπευτικά , τα αυγά, το γάλα και το κρέας. Όσο για τα ρούχα, τα παπούτσια δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα. Τα μπάλωναν και ξαναμπάλωναν τα ρούχα οι μανάδες , σόλιαζαν και ξανασόλιαζαν τα παπούτσια στον τσαγκάρη . Σκοπός ήταν να γυρίζουν γυμνοί , να μη μπαίνουν νερά στα παπούτσια και κρυώσουν. Τα ρούχα παλιά ή καινούργια , μπαλωμένα ή όχι ζεσταίνουν το ίδιο. Τα πουλόβερ [ «ζιλέ»] , τις φανέλες και τις κάλτσες τα έπλεκαν τις νύχτες οι μανάδες με τα κορίτσια στο λιγοστό φως δίπλα από το τζάκι [« βάτρα»].

Κουβαλώ τις μνήμες στο μυαλό , στην καρδιά, στην ύπαρξή μου. Δεν παραπονιέμαι. Θεωρώ, ότι ήμουν τυχερός που είχα αυτές τις εμπειρίες, γιατί έτσι μπόρεσα να εκτιμήσω τις διαχρονικές αξίες και να μεγαλώσω , να ωριμάσω « πριν την ώρα μου».Όλοι είχαμε διάθεση , δύναμη και θάρρος για δημιουργία. Ξεκινήσαμε από το μηδέν , με την κυριολεξία του όρου, και φθάσαμε ψηλά με τις δικές μας δυνάμεις και προκόψαμε . Άξιοι συμπαραστάτες ,με το δικό τους αλάθητο τρόπο, οι αγράμματοι γονείς μας , για τους οποίους είμαστε περήφανοι και τους ευγνωμονούμε.

Εκτός όμως από τη διατροφή υπήρχε και άμεση ανάγκη « να μάθουν τα παιδιά γράμματα» . Λειτούργησε άμεσα το σχολείο που στεγαζόταν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου και σε ένα παλιό κτίριο. Αμέτρητες, σωροί μεγάλοι, έτσι όπως οι θημωνιές μας από στάρι και καλαμπόκι οι θύμησες, οι αναμνήσεις.

Από τις πιο δυνατές και νόστιμες το πρωινό μας συσσίτιο στην αυλή του σχολείου με «γάλα σκόνη». Η « ΟΥΝΤΡΑ» έστελνε γάλα σε σκόνη , σκόνη κακάο, σταφιδόψωμα, τυρί κίτρινο και αυτές τις μπαλίτσες ,σε μέγεθος μπιζελιού, που είχαν μουρουνέλαιο. Το γάλα το ετοίμαζαν οι μανάδες μας με τη σειρά , δύο ανά εβδομάδα, με την εποπτεία του δασκάλου και διευθυντή του σχολείου Θωμά Πορφυρίου από την Κόνιτσα. Ο δάσκαλος έδινε κάθε φορά τα υλικά.Το γάλα έβραζαν σε ένα μεγάλο καζάνι. Ξύλα έφερναν οι μανάδες . Έπρεπε να προσέξουν να μη σβολιάσει το γάλα και να ρίξουν την κατάλληλη στιγμή την σκόνη του κακάο. Όσο η μία μάνα παρακολουθούσε το γάλα, η άλλη έκοβε το τυρί σε ίσα μικρά κομμάτια, ένα για το κάθε παιδί και τα τοποθετούσε σε ένα μεγάλο ταψί. Σε χαρτοκιβώτιο ήταν τα σταφιδόψωμα και σε άλλο μικρότερο οι κάψουλες με το μουρουνέλαιο ,οι « βιταμίνες », όπως μας έλεγε ο δάσκαλος.

Όταν όλα ήταν έτοιμα μπαίναμε στη γραμμή σαν τους στρατιώτες . Ένας-ένας περνούσε με το αλουμινένιο κύπελο του   στο χέρι, έτσι σαν την καραβάνα του στρατιώτη, και σκύβοντας λίγο για να μη χυθεί το γάλα η μάνα έριχνε το γάλα με την κουτάλα. Στη συνέχεια έπαιρνε το σταφιδόψωμο με το τυρί από πάνω και την ….« «βιταμίνη». Μετά ο καθένας πήγαινε σε κάποιο σημείο της αυλής για να « φάει το γάλα του με το σταφιδόψωμο» , το τυρί του και να πιει την « βιταμίνη». Όσοι είχαν και έτρωγαν στο σπίτι έχυναν κρυφά το γάλα, άνοιγαν το σταφιδόψωμο και αφαιρούσαν μόνο τις μικρές μαύρες σταφίδες. Που να βρούμε σταφίδες εκείνο το καιρό. Η μεγαλύτερη δυσκολία, το βάσανό μας ήταν η « μπαλίτσα με το μουρουνέλαιο». Ήταν καφέ σκούρου χρώματος με σκληρό περίβλημα και δύσκολα μπορούσες να την καταπιείς. Σου προκαλούσε εμετό. Έτσι λοιπόν όλοι προσπαθούσαν να την αποφύγουν και την πετούσαν κρυφά. Ο δάσκαλος το ήξερε αυτό και εκτός του ότι ήταν παρών ο ίδιος , είχε ορίσει τους «παιδονόμους» που παρακολουθούσαν και ήταν δύσκολο να   το αποφύγεις. Μας έλεγε ότι είναι απαραίτητα όλα για την υγεία μας και μας απειλούσε ότι θα ζητήσει τη διακοπή του συσσιτίου , αν δεν τα τρώγαμε. Υπάρχουν παιδιά σε άλλα σχολεία που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, που πεινάνε, μας έλεγε. Θα τα επιστρέψω τα τρόφιμα να πάνε σε άλλα σχολεία.

Οι παιδονόμοι ήταν ακόμη υπεύθυνοι και για την επιτήρηση της τάξεως σε όλα τα διάλειμμα . Θυμάμαι πως είχαν στο αριστερό τους χέρι περιβραχιόνιο με ένα μεγάλο Π. Αν κάποιος τρυπούσε την μεμβράνη της « βιταμίνης» με παραμάνα μύριζε μουρουνέλαιο ο τόπος και άντε να βρεθεί ο δράστης. Κανένας δεν μαρτυρούσε. Μερικοί το τυρί δεν το έτρωγαν και το πήγαιναν σπίτι. Το τύλιγαν σε ένα καθαρό κομμάτι πανί- μαντίλι και το έβαζαν στη σάκα τους. Το μεσημέρι ή το βράδυ το τηγάνιζε η μάνα με ένα ή δύο αυγά και έτσι κέρδιζε η οικογένεια ένα γεύμα . Οι γονείς συμβούλευαν να τα τρώμε γιατί έτσι γλίτωναν τροφές και πίστευαν πως έκανε καλό στην υγεία μας.

Θυμάμαι όλες εκείνες τις πλαταριώτισσες μάνες , όλες μία-μία . Πρόσωπα αδύνατα, ρυτιδιασμένα , ωχρά , κουρασμένα, αλλά με δύναμη και θέληση να βοηθήσουν τα παιδιά και στο σχολείο με οποιοδήποτε τρόπο μπορούν . Θυμάμαι τον δάσκαλο Θωμά Πορφυρίου, τον οποίο, μάλιστα, συνάντησα στο σπίτι του πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα και μιλήσαμε για τα χρόνια εκείνα , για τα συσσίτια με το « γάλα σκόνη». Θυμάμαι τους συμμαθητές μου, αγόρια και κορίτσια. Πέρασαν 50 χρόνια   από τότε. Μεγαλώσαμε, φτιάξαμε οικογένειες, κάναμε παιδιά. Έχουν όλες τις ανέσεις τα παιδιά μας τώρα. Γάλα νωπό ή διαρκείας και γιαούρτι με πολλά ή λίγα ή χωρίς λιπαρά. Γάλατα με κακάο ή σοκολάτα. Γάλα και γιαούρτι με περισσότερο ή λιγότερο ασβέστιο, γιαούρτι …. για την καρδιά. Γιαούρτι στραγγιστό , γιαούρτι με φρούτα διάφορα.

Με αφήνουν αδιάφορο… Για μένα , όπως λέει και η διαφήμιση, γάλατα υπάρχουν πολλά ….« το γάλα σκόνη   όμως ….είναι ένα»…

About Χρήστος Ευαγγέλου