Πρωτοχρονιά στην Πλαταριά

Η Πρωτοχρονιά ήταν πολύ σπουδαία , ξέχωρη και αγαπημένη γιορτή στο χωριό κατά τα παιδικά μου χρόνια. Γιόρταζε η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου και συμμετείχαν όλοι οι συγχωριανοί σαν να είχαν « Βασίληδες στα σπίτια τους».

Σε όλα τα σπίτια είχαν προετοιμασίες. Άλλες οι δουλειές των γυναικών και άλλες των ανδρών. Εμείς τα παιδιά βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε. Τα αγόρια τον πατέρα και τα κορίτσια τη μάνα.

Οι άνδρες έπρεπε να φέρουν τα απαραίτητα για αυτές τι μέρες από τον Χαρίλο τον μπακάλη του χωριού . Για να πληρώσουν πουλούσαν « μία λάτα λάδι» ή ένα φόρτωμα ζώου καλαμπόκι ή και αμύγδαλα. Αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα θα ψώνιζαν «βερεσέ με το ντεφτέρι». Τέτοιες μέρες πώς να αρνηθεί ο μπακάλης το ούζο και τα λουκούμια από τα σπίτια. Ήταν ντροπή του να βγει η φήμη ότι δεν έδωσε βερεσέ χρονιάρες μέρες , έστω και αν ο συγχωριανός δεν ήταν καλοπληρωτής. Έπρεπε να κάνουν όλοι Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Όσο για το κρέας όλοι είχαν τον κόκορα της πρωτοχρονιάς, τον οποίο διάλεγαν τα παιδιά από τα κλωσόπουλα του Αυγούστου και τον κόκορα του Δεκαπενταύγουστου από τα κλωσόπουλα του Μάρτη. Κάθε οικογένεια είχε και δύο-τρία-τέσσερα γίδια ή πρόβατα, τα « μανάρια» για το γάλα, το τυρί της χρονιάς και το « σφαχτό του Πάσχα».

Οι γυναίκες είχαν τις δικές τους δουλειές. Είχαν το άσπρισμα, την καθαριότητα, τα φαγητά, να ζυμώσουν και να ψήσουν το ψωμί, την προσφορά, το «ύψωμα» και τις πίτες. Άναβαν όλες το φούρνο τους. Μου άρεσε πολύ να πηγαίνω στο κτίριο του Μύλου Μπρουρίμα, λίγο πιο πέρα από τη σημερινή γέφυρα προς Σύβοτα, ο οποίο δυστυχώς με την ανοχή των τοπικών αρχόντων έχει θαφτεί με σκουπίδια… Από τα χαλάσματά του λοιπόν κοιτούσα προς το χωριό τους καπνούς των αναμμένων φούρνων και ξαφνικές , απότομες μικρές γλώσσες φωτιάς ξεπηδούσαν από το άνοιγμα των φούρνων , λες και ήταν υπόλοιπα πυρκαγιάς, που είχε ….κάψει το χωριό. Οι φωνές των μανάδων προς τα παιδιά και τις γειτόνισσες με παρατηρήσεις, συμβουλές, συζητήσεις για το ψωμί, τα φαγητά, τα ψώνια, τις πίτες ακούγονταν καθαρά σε όλη τη γειτονιά. Ξεχώριζα, γνώριζα τις φωνές αυτών των γυναικών με…κλειστά μάτια. Ήταν η Ναν-Πήλαινα , ήταν η Κοσμέσια,, Μιχαλαινα, η Κίτσενα, η Λιόνλια, η Σάνα, Η Φώτα του Κοσμά Πήλιο, η Τάσενα και η μάνα μου η Στέφλια. Όλες τις φώναζαν με το … θηλυκό του ονόματος του  άντρα, λες και δεν είχαν ονόματα. Οι μυρωδιές από τα μαγειρέματα ήταν διάχυτες και διέγειραν προκλητικά τα ρουθούνια μας. Από την μυρωδιά γνωρίζαμε τι φαγητό και τι πίτα έφτιαχνε η κάθε μία.

Τότε νηστεύαμε « όπως θέλει η εκκλησία και θα το κρατήσουμε όπως το βρήκαμε» έλεγε ο πατέρας μου ,για να μεταλάβουμε και μετά να γευτούμε το κρέας και τα υπόλοιπα φαγητά. Με την νηστεία γινόταν και οικονομία, αφού τις ημέρες αυτές τρώγαμε μόνο ψωμί και ελιές με κρεμμύδια και σκόρδα από τον κήπο μας και όποιος είχε αγόραζε και από λίγο χαλβά… για τα παιδιά. Ωστόσο ,κάθε άλλο παρά νηστεία ήταν αυτή , αφού τρώγαμε … περισσότερο ψωμί. Έτσι με τη νηστεία κατάφερναν να εξασφαλίσουν « το τυρί της χρονιάς» και γέμιζαν δύο-τρεις λάτες, το οποίο μάλιστα το έκαναν πολύ αρμυρό για να γίνεται οικονομία, να τρώμε από λίγο κάθε φορά με πολύ ψωμί.

Τα παιδιά ελεύθερα από τα μαθήματα συμπλήρωναν την εορταστική εικόνα, έπαιζαν στους δρόμους και στα πλατώματα. Δεν υπήρχαν μεγάλοι ελεύθεροι χώροι γιατί και το πιο μικρό κομμάτι γης είχε γίνει κήπος, είχε φυτευτεί. Έμενε το γήπεδο που το λέγαμε « Σένο» .Ήταν εκεί που σήμερα είναι το κτίριο του ΟΤΕ . Άλλοι δύο τόποι ήταν η αυλή του σχολείου και της εκκλησίας , αλλά ήταν μακριά για μας τα παιδιά του « Πάνω χωριού». Έτσι παίζαμε στο «Γκούρι», στο «Μπρέγκου» , στη « Ρίπαζη».Παίζαμε τα παιγνίδια της εποχής εκείνης. Τα κορίτσια έπαιζαν : « Περνά-περνά η μέλισσα», « το κυνηγητό», « το κρυφτό», « το κουτσό» και τα αγόρια « τσούκες», « λιόμπρο», « το λουρί της μάνας», « το καλέκι» . Βέβαια οι γονείς γκρίνιαζαν για να διαβάσουμε τα μαθήματα και να κάνουμε επαναλήψεις, αλλά ως συνήθως τα αφήναμε για τις τελευταίες μέρες. Στα χρόνια εκείνα από την Τρίτη Δημοτικού υπήρχαν γραπτές εξετάσεις ανά εξάμηνο και κάναμε μάθημα πρωί και απόγευμα εκτός Τετάρτης και Σαββάτου.

Από τα Χριστούγεννα είχαν αρχίσει τα παιγνίδια με την « κολιτσίνα» και « τριάντα ένα». Έπαιζαν μόνο οι μεγάλοι. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς επέτρεπαν και στα παιδιά να παίζουν όλοι μαζί γονείς, συγγενείς και γείτονες «το τριάντα ένα». Τότε ,εμείς τα παιδιά, τα μόνα κέρματα που είχαμε ήταν …των πέντε , των δέκα και είκοσι λεπτών . Αντίστοιχα τα λέγαμε « πεντάρα»,« δεκάρα» και εικοσάρα αντίστοιχα. Ήταν από αλουμίνιο , ελαφρά με τρύπα στη μέση . Παίζαμε με… πενταροδεκάρες …όπως θα λέγαμε σήμερα. Αλλά και από αυτές δεν είχαμε πολλές.

Παίρναμε λοιπόν φασόλια ή καλαμπόκι με ονομαστική αξία μία δεκάρα ,ανάλογα με τις δεκάρες που είχαμε μαζέψει από … προσφορές ή από κέρδη με το «λιόμπρο» η το κορώνα γράμματα μεταξύ μας. Από τον κεντρικό ταμεία, την « μάνα», όπως τη λέγαμε, παίρναμε τόσα σπυριά φασόλια ή καλαμπόκι όσες και οι δεκάρες που θέλαμε να παίξουμε. Πρώτη « μάνα» ήταν συνήθως ο νοικοκύρης του σπιτιού ή ο γεροντότερος της παρέας. « Αυτά, έλεγε ο καθένας, χάσω -κερδίσω δεν παίρνω άλλα».

Ξεκινούσε η « μάνα», που τραβούσε πρώτος και κρατούσε κρυφό το πρώτο χαρτί.  Το κοιτούσε με προσοχή το τοποθετούσε μπροστά στα γόνατά του, αφού όλοι καθόμαστε σταυροπόδι στο μέσον του ενός και μοναδικού δωματίου –σπιτιού. Μετά μοίραζε φανερά σε όλους χαρτί. Στη συνέχεια τράβαγε ένα –ένα τα δικά του χαρτιά, τα κοίταζε κρυφά φέρνοντάς τα κοντά στο πρόσωπο, γέρνοντας λίγο το κορμί του προς τα πίσω για να δει τον αριθμό ,αφού το λυχνάρι ήταν του λαδιού και ο φωτισμός λίγος. Απλά η νοικοκυρά είχε φροντίσει να βάλει καινούργιο φυτίλι και να το γεμίσει λάδι. Σε κάθε χαρτί αφού το έβλεπε έκανε πρόσθεση με το μυαλό του ή με τα χείλη του κουνώντας το κεφάλι του προσπαθώντας να μη φανερωθεί. Οι υπόλοιποι παίχτες προσπαθούσαμε να καταλάβουμε από το ψέλισμα των χειλιών και από την έκφραση , τους σπασμούς του προσώπου,  από το βλέμμα του πόσο κοντά ή μακριά « σταμάτησε από το τριάντα ένα ». Και αυτό λίγο-πολύ   φαινόταν , προδίδονταν , γιατί όταν είχε καλό χαρτί δηλαδή κοντά στο τριάντα ένα ήταν χαμογελαστός ή …γελούσαν τα χείλη του, ενώ όταν σε επικίνδυνο σημείο δηλαδή χαμηλά από το τριάντα ένα ήταν κατσούφης, σκυθρωπός. Μερικές φορές σταματούσε, δίσταζε , σκεπτόταν , έξυνε το κεφάλι του και τότε υποψιαζόμαστε ότι ….θα ήταν γύρω στο είκοσι τρία έως είκοσι πέντε και με μεγάλο χαρτί ή φιγούρα [ γουρούνι το λέγαμε, ντερ αρβανίτικα] ξεπερνούσε το τριάντα ένα και « καιγόταν » ,όπως λέγαμε, και ως μάνα πλήρωνε όλους. Συνήθως όμως φανέρωνε χαρτιά με το μεγαλύτερο άθροισμα και έκρυβε το μικρότερο , ώστε να δίνει την εντύπωση ότι ήταν πάρα πολύ κοντά στο τριάντα ένα. Στην περίπτωση αυτή καταλάβαιναν οι υπόλοιποι με μεγάλη προσέγγιση που είχε σταματήσει και υποχρεωνόταν να « τραβούν χαρτί» , ώστε να φθάσουν πιο ψηλά από το φανερό άθροισμα και ξεπερνούσαν το τριάντα ένα και « καιγόταν». Άλλες…« μάνες» έκαναν το αντίθετο. Δηλαδή φανέρωναν τα χαρτιά με το μικρό άθροισμα και έκρυβαν μεγάλο χαρτί. Έτσι μπέρδευε περισσότερο   τους συμπαίχτες εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν παιδιά του … δημοτικού .

Όταν σταματούσε εκεί που αποφάσιζε έλεγε : « εδώ σταματώ» και τράβαγε τα χαρτιά του προς το μέρος τους. Μερικοί που αμφισβητούσαν έκαναν πάλι την άθροιση στα φανερά χαρτιά και ζητούσαν μάλιστα και τη βοήθεια των παιδιών που « ήταν μεγάλη τάξη και ήξεραν αριθμητική». Μετά μοίραζε μοίραζε χαρτιά στους υπολοίπους αρχίζοντας από τον αριστερά παίχτη. Έδινα χαρτιά και αθροίζαμε συνεχώς και ρωτούσε σε ποιο άθροισμα ήθελε να σταματήσει ο παίχτης. Και ο καθένας σταματούσε όπου έκρινε ότι είχε μεγαλύτερο άθροισμα από την « μάνα». Οι πιο μικροί σε ηλικία παίχτες ή όσοι δεν ήξεραν να αθροίσουν   ζητούσαν βοήθεια. Αφού τελείωναν και φανέρωνε το κρυφό χαρτί του προέκυπτε το τελικό του άθροισμα και πλήρωνε όσους είχαν μεγαλύτερο άθροισμα και τον πλήρωναν όσοι είχαν μικρότερο.

Εμείς τα παιδιά είχαμε αγωνία και υπερένταση. Κρατούσαμε σφικτά στις ιδρωμένες παλάμες μας τα σπυριά καλαμποκιού ή τα φασόλια και τα μετρούσαμε και τα ξαναμετρούσαμε. Ξανά και ξανά. Και.. σε λίγο πάλι και πάλι. « Χάνω ένα», έλεγε το ένα παιδί. « Κερδίζω δύο», « Κερδίζω τρία » έλεγαν τα άλλα παιδιά. Όσα έχαναν δεν μιλούσαν καθόλου ή είχαν βουρκωμένα τα μάτια τους, κόκκινα τα μάγουλά τους παρά το κρύο που επικρατούσε στο δωμάτιο –σπίτι, αφού η φωτιά είχε σβήσει και κανείς δεν ενδιαφερόταν να βάλει ξύλα. Όταν κερδίζαμε γελούσαμε και μετρούσαμε, ξαναμετρούσαμε πόσα παραπάνω είχαμε από αυτά που είχαμε εξαργυρώσει. Όταν χάναμε συνεχώς και δεν « γύριζε η τύχη» προκειμένου να μην τα χάσουμε όλα ζητούσαμε να αποσυρθούμε και ας είχε τεθεί όρος ότι κανείς δεν μπορούσε να φύγει από το παιγνίδι αν δεν έχανε όλες …τις δεκάρες. Όταν όμως τα χάναμε όλα κλαίγαμε περισσότερο κι τότε ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αδελφός μας « δάνειζαν», ώστε να συνεχίσουμε, «μπας και γυρίσει το γούρι».

Μετά τον χρόνο που είχε διατεθεί για το τριάντα ένα οι « μεγάλοι» συνέχισαν με την «κολιτσίνα» που παιζόταν με τέσσερις παίχτες και ανά δύο συνέταιροι. Και τα παιδιά ; «Πώς να πάνε για ύπνο», αφού δεν υπήρχε χώρος ; Παρακολουθούσαν λοιπόν και το καθένα « συνεταιράκι» με ένα από τους παίχτες. Το « συνεταιράκι» κρατούσε τα χαρτιά, μετρούσε τα φύλλα, τα σπαθιά χωρίς να μπορεί να μιλά δυνατά και να ενημερώνονται οι άλλοι παίχτες. Αν λοιπόν νικούσε ο παίχτης που είχε « συνεταιράκι» είχε το μερτικό από τα κέρδη.

Το παιγνίδι τελείωνε περίπου ώρα δύο ή και τρεις ή και αργότερα. Οι γυναίκες δεν έπαιζαν. Και όση ώρα έπαιζαν οι άντρες ολοκλήρωναν το μαγείρεμά τους.

Το πρωί στην κανονική ώρα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. «Κανονική ώρα ήταν η δεύτερη καμπάνα» και όλοι έπρεπε να είμαστε στην εκκλησία. Πήγαιναν όλοι εκκλησία. Εμείς τα παιδιά του σχολείου σε γραμμές . Χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια. Στη γραμμή μέναμε μέχρι το τέλος της εκκλησίας. Παρακολουθούσαν όλοι με ευλάβεια και κατάνυξη. Όλα τα παιδιά , οι ηλικιωμένοι και πολλοί μεγάλοι κοινωνούσαν .Μετά τη λειτουργία έβγαιναν όλοι στην αυλή της εκκλησίας και αντάλλασαν ευχές για τη νέα χρονιά. Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο κερνούσε από ένα λουκούμι και ένα κομμάτι « ύψωμα» , γιατί « γιόρταζε η εκκλησία» . Το « ύψωμα» [Άρτο] το έφτιαχναν οι γυναίκες του χωριού με τη σειρά. Απλά ήταν σταρένιο ψωμί ενώ τρώγαμε μπομπότα. Ήταν λοιπόν ανάρπαστο.   Στα δικά μου χρόνια το έφερναν από την Ηγουμενίτσα και ήταν από άσπρο αλεύρι. Μας φαινόταν πως ήταν ….παντεσπάνι. Τα λουκούμια ήταν από τον μπακάλη τον Χαρίλο. Μικρά με ροζ απόχρωση, όχι αμυγδάλου ,γιατί αυτά ήταν ακριβά και τα έσοδα της εκκλησίας ήταν πενιχρά. Και ενώ όλοι τρώγαμε λαίμαργα ψωμί με λουκούμι ή…λουκούμι με ψωμί και … συνεχιζόταν οι ανταλλαγές των ευχών  ακουγόταν η χαρακτηριστική, πεντακάθαρη φωνή του   ψάλτη και νεωκόρου Πήλιου Γιάννου [ Σπύρος Ιωάννου Αναστασίου]. Έβγαζε λοταρία κουτιά   λουκουμιών, αλλά και κοκόρια. Σε ορθογώνια χαρτάκια τρία επί επτά ή οκτώ εκατοστά από κούτες τσιγάρων Ματσάγγου , που τότε τα πουλούσαν χύμα, έγραφε σε κάθε πλευρά από τρεις αριθμούς .Αντί μίας δραχμής έδινε ένα χαρτάκι δηλαδή «έπαιζαν έξι αριθμοί, έξι νούμερα ». Γυρνούσε ανάμεσά μας και φώναζε : « Πάρτε νούμερα για να κερδίσετε τα λουκούμια και τον κόκορα. Πάρτε, πάρτε , γιατί τελειώνουν. Όποιος προλάβει». Ήταν κοντός και για να τον ακούνε και να τον βλέπουν φώναζε δυνατά. Όταν τελείωναν οι λαχνοί ή δεν τους η δεν αγόραζαν άλλο και του περίσσευαν ανέβαινε στο πεζούλι αριστερά ή δεξιά της πόρτας της εκκλησίας για την πρώτη κλήρωση. Πάλι φώναζε δυνατά και ζητούσε ησυχία « Κάνω κλήρωση , κάνω κλήρωση».. Έκανε την …πρώτη κλήρωση Σήκωνε ψηλά το σακουλάκι με τους κλήρους για να το δουν όλοι. Καλούσε ένα παιδί να τραβήξει ένα κλήρο , αφού ανακάτευε με το χέρι του τα νούμερα. Αν του είχαν μείνει απούλητοι αριθμοί δεν τους αφαιρούσε, όποτε υπήρχε περίπτωση να κερδίσει ο ίδιος το κουτί μετά λουκούμι ή τον κόκορα. Κανείς δεν αντιδρούσε για την παρατυπία του αυτή… Κανείς. Μετά κατέβαινε και διαλαλούσε πάλι την πραμάτεια του ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες και επέμενε κυρίως στα παιδιά και προσπαθούσε να μας πείσει να πάρουμε ξανά « νούμερα» για τη …δεύτερη κλήρωση κα δεν ξέρεις ποιος μπορεί να ήταν ο τυχερός.. Αλλά που να βρεθούν τα μετρητά. Μόνο τα παιδιά που είχαν κερδίσει στο τριάντα ένα είχαν τη δυνατότητα να …ξοδέψουν για τη λοταρία του Πήλιου Γιάννου. Αφού πούλαγε όλα τα χαρτάκια φώναζε ξανά άλλο παιδί να ανέβει στο πεζούλι να τραβήξει κλήρο ,ώστε να είναι πάντα ….διαφανής η κλήρωση. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν τόσες φορές όσα και τα κουτιά λουκουμιών είχε για κλήρωση. Συμμετείχα στη λοταρία του Πήλιου ,αλλά ποτέ δεν κέρδισα. Δεν αμφισβητούσε κανείς ,τουλάχιστον φανερά, αλλά μερικοί αναρωτιόταν αν και στο σακουλάκι είχε όλα τα νούμερα που ήταν στα χαρτιά…Απλά ο Πήλιος έβγαζε το ψωμί του και αυτό το εκτιμούσαν όλοι.

Εκτός από κουτιά λουκουμιών είχε βγάλει λοταρία και κοκόρια. Τα αγόραζε και με τη λοταρία κέρδιζε …τα διπλάσια. Ακολουθούσε πάλι την ίδια διαδικασία αλλά οι λαχνοί ήταν πιο ακριβοί…Αγαπούσαμε τον Πήλιο και όταν μάθαμε ότι ο Αστυνόμος τον συνέλαβε και μάλιστα τον οδήγησε στη…φυλακή στεναχωρηθήκαμε. Του έγιναν συστάσεις και του απαγόρευσαν τη λοταρία. Ήταν μία εύθυμη νότα την οποία μας τη στέρησαν. Προσωπικά το θυμάμαι με συγκίνηση και μάλιστα πρόσφατα τον συνάντησα και του ζήτησα να μου διηγηθεί πάλι… Και μου τα είπε γεμάτος συγκίνηση και νοσταλγία. Δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του. Σπύρο σε ευχαριστούμε που μας άφησες τόσες πολλές και όμορφες αναμνήσεις.

Προσωπικά θυμάμαι πως συνήθως ήμουν …χαμένος στα χαρτιά και έτσι δεν είχα τη δυνατότητα να αγοράσω νούμερα και να κερδίσω. Και μία δύο φορές που μπόρεσα να δώσει   ο πατέρας τη δραχμή δεν κέρδισα ούτε κουτί λουκούμι , ούτε κόκορα. Τον είχε δεμένο από τα δύο πόδια ο Πήλιος. Τον είχε ακουμπήσει στη ρίζα της ελιάς με το σήμαντρο που ήταν μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας . Θαύμαζα τον Πήλιο για το θάρρος του, το θράσος, τον αγώνα που έκανε για να κερδίσει το καρβέλι του , στην κυριολεξία. Ήταν ένας δυνατός βιοπαλεστής που έκανε όλες τις δουλειές και ήταν ένας σωστός πολυτεχνίτης.

Μετά τη ανταλλαγή των ευχών και τη διαδικασία της λοταρίας σιγά-σιγά γυναίκες και παιδιά πήγαιναν   στα σπίτια τους. Έπαιρναν όλοι τον ανήφορο και χώριζαν σε κάθε μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι του καθενός.

Οι άντρες μαζί με τον παπά πήγαιναν σε όσες οικογένειες που … είχαν Βασίλη. Ο παπάς σήκωνε το « ύψωμα» και όση ώρα κρατούσε η διαδικασία όλοι οι παρευρισκόμενοι κρατούσαν με τα δύο δάχτυλα την άκρη από το πετραχείλι. Στο τέλος έκοβε τη μερίδα στο Βασίλη που γιόρταζε . Κατόπιν νοικοκυρά του σπιτιού έκοβε το « ύψωμα» σε κομμάτια και έδιναν μαζί με το βρασμένο στάρι πρώτα στον παπά και μετά στους άλλους. Προσέφεραν λουκούμι και ούζο.

Οι γυναίκες περνούσαν το απόγευμα για « χρόνια πολλά». Οι πιο ηλικιωμένες είχαν τσέπες στις οποίες έριχναν τα κομμάτια από το ύψωμα και τα λουκούμια. Οι νεότερες τα έβαζαν στο μαντήλι.   Το είχαν στη μέση αριστερά διπλωμένο και στηριγμένο στη ποδιά. Δεν τα έτρωγαν για να τα δώσουν στα παιδιά . Και εκείνα την περίμεναν τη μάνα ανυπόμονα… Θεέ μου για ένα λουκούμι και λίγο σταρένιο ψωμί…

Το μεσημέρι ήταν «πλούσιο» το τραπέζι-σουφράς. Το κοτόπουλο για να « φθουρίσει», για να φθάσει για όλους το έκανε η μάνα « μπριάνι» στο φούρνο στο μεγαλύτερο ταψί. Χρησιμοποιούσε ρύζι και « μυρωδικά] από τον κήπο. Έκοβε το κοτόπουλο σε μικρά κομματάκια για είναι πολλά , για να πάρουν όλοι τη…μερίδα τους και αφού το έβραζε το απλωνε σε όλη την επιφάνεια .[ Χρωστάω τη συνταγή που θα πάρω από την Τάσενα ή Κωστάντω ή την Μαρία του Δήμα.]

Όλοι κάθονταν σταυροπόδι και περίμεναν η μάνα να φέρει το ταψί στο σουφρά. Δεν χρησιμοποιούσαν πιάτα. Κουταλιά τη κουταλιά …φθάνανε και στις μερίδες…Καθένας είχε από μία που ήταν μπροστά του…Δεν μπορούσες να πας…λοξά. Ήταν λίγο, πολύ λίγο το κοτόπουλο για μία πολύτεκνη οικογένεια . Η μάνα τη μερίδα της τη μοίραζε στα παιδιά… Η μάνα… Αυτές οι μάνες..

Πρώτος ξεκινούσε ο πατέρας κάνοντας το σταυρό του και τον ακολουθούσαν οι άλλοι. Οι άντρες, αν υπήρχε έπιναν από   δύο-τρία-τέσσερα ρακοπότηρα ούζο. Που να βρεθεί το κρασί. Αφού, λοιπόν, έτρωγαν οι μερακλήδες τραγουδούσαν πολυφωνικά τραγούδια και χόρευαν τους δικούς μας χορούς. Τραγουδούσαν το « Χαλασιά μου» , το « Έπεσα από το δέντρο κυρά Γιώργενα», το Μια ωραία βοσκοπούλα», το « Μενούση», τη « Γερακίνα» και όλα τα τραγούδια της εποχής εκείνης. Οι πιο θερμόαιμοι έριχναν και τις ντουφεκιές τους από το παράθυρο ή την πόρτα στο αέρα με τα όπλα των ΤΕΑ για το καλό του Χρόνου.. Υπήρχε βέβαια Αστυνομία και απαγορευόταν η χρήση ,αλλά υπήρχε ανοχή και γινόταν απλά συστάσεις. Έτσι τρώγοντας και πίνοντας … όσοι είχαν ερχόταν το απόγευμα. Αυτοί που είχαν πιει παραπάνω έπαιρναν «ένα υπνάκο» και οι άλλοι πήγαιναν επισκέψεις στους γείτονες και ας μην είχαν « εορτάζοντα».

Και αρχόμαστε στο σήμερα. Σήμερα πως γιορτάζεται η πρωτοχρονιά ; Έχουν αλλάξει τα πάντα. Κάνουμε , λέει, « ρεβεγιόν». Πηγαίνουμε σε κέντρα με δυνατή μουσική, με λίγο φωτισμό, καπνίλα, στενάχωρα και ακούμε τραγούδια που δεν έχουν σχέση με την ατμόσφαιρα   των ημερών. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους ,χωρίς την οικογενειακή θαλπωρή και την παρουσία αγαπημένων προσώπων. Και οι γονείς, ο παππούς, η γιαγιά ; Τους αφήνουμε σπίτι …στην τηλεόραση. Μόνους τέτοιες χρονιάρες μέρες……

Όλα τούτα που έγραψα ίσως προκαλέσουν απορία ή και ένα ερωτηματικό , αν όχι ειρωνικό, χαμόγελο στους σημερινούς νέους. Και δικαίως. Γιατί λοιπόν τα έγραψα; Για τους νέους μας όχι βέβαια. Σωστά τους φαίνονται και απίστευτα, υπερβολικά. Έχουν δίκιο. Πώς να καταλάβουν , πώς να νιώσουν αφού δεν στερήθηκαν, δεν στερούνται αυτά τα οποία έχουν και είναι τόσο αυτονόητα για αυτούς. Και πώς να περιμένουν με αγωνία την πρωτοχρονιά, τις γιορτές, αφού τα έχουν όλα, αφού δεν περιμένουν τίποτε ; Γιατί να περιμένουν τις μεγάλες γιορτές για να τους αγοράσουν κάτι καινούργιο οι γονείς τους και να « φάνε κρέας ;». Έχουν δικό τους χατζιρλίκι και δεν μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει να θέλεις να αγοράσεις δύο καραμέλες , λίγο χαλβά και να μην μπορείς. Να σου λένε οι γονείς « δεν έχω παιδί μου», και να το βλέπεις πως δεν μπορούν να σου δώσουν. Να περιμένεις χρονιάρες μέρες ή τα πανηγύρια για να …σου φέρει η μάνα το λουκούμι που της δώσανε και να το έχει κρύψει στη τσέπη της. Στα παιδιά δεν έδιναν λουκούμια γιατί…ήταν για τους μεγάλους…

Ακόμη και τα τετράδια, τα « γραφικά μας» , όπως θα λέγαμε σήμερα, τα αγοράζαμε με αυγά από τις κότες μας, τα οποία δεν τρώγαμε γιατί έπρεπε να ψωνίσουμε . Οπότε τι επιδίωξα με τα γραφόμενα μου ; Τίποτε. Απλά θυμήθηκα, γύρισα πίσω. Και τι μπορούσα να κάνω τέτοιες μέρες ; Γυρίζω στις αναμνήσεις μου, στις θύμησες μου, στις αναπωλήσεις , έτσι σαν να ήταν τότε. Δεν έχω τίποτε άλλο. Και οι μεγαλύτεροί μου και οι συνομήλικοι μου θα ξαναθυμηθούν και ο καθένας χωριστά να κάνει το δικό του ταξίδι στα παιδικά του χρόνια.

Και οι νεότεροι ; Τους παρακαλώ να εκτιμήσουν αυτό που έχουν και να προσπαθήσουν να βελτιώνονται, να γίνονται καλύτεροι και εύχομαι να πετύχουν την « εσωτερική τους ισορροπία». Δεν ξεχνώ ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της προβλήματα. Σήμερα δεν πεινάνε τα παιδιά με την κυριολεξία της λέξεως, όπως τότε , αλλά υπάρχουν άλλα προβλήματα, άλλες δυσκολίες που δεν ξεπερνούνται « με γεμάτο στομάχι». Εμείς που ζήσαμε τις στερήσεις να τους βοηθήσουμε, να σταθούμε στο πλάι τους και αυτοί να μας δεχτούν όπως είμαστε. Δεν είμαστε άχρηστοι. Δύσκολη υπόθεση, δύσκολο να βρούμε τη χρυσή τομή. Να προσπαθήσουμε όμως. Με συζήτηση , ανοχή, αμοιβαίες υποχωρήσεις μπορούν να γίνουν βήματα προσεγγίσεως. Και την αρχή, την πρωτοβουλία να την πάρουμε εμείς οι παλαιότεροι, οι μεγαλύτεροι, οι γονείς. Και ας είναι αβέβαιο το αποτέλεσμα, και ας μην υπάρχει ανταπόκριση.

Θα προσπαθήσω την επόμενη Πρωτοχρονιά να βρεθώ στο χωριό και να παίξω « τριάντα ένα» ανταλλάσσοντας σπόρους καλαμποκιού ή φασολιών με τις νέες « ευρωδεκάρες». Σπόρους καλαμποκιού και φασολιών … έχουν τα σούπερ μάρκετ… Με ποιον όμως να παίξω ; Ποιος θα κάνει τη «μάνα». Ο πατέρας « έχει φύγει». Και οι « μεγάλοι» εκείνων των χρόνων….

Καλή χρονιά ή πιο σωστά καλύτερη χρονιά σε όλους. Υγεία πρώτα. Μόνο υγεία και τα υπόλοιπα ο καθένας ας τα βολέψει μόνος του.

About Χρήστος Ευαγγέλου