ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ

Κάθε φορά που πάω στην Ηγουμενίτσα σταθμεύω το αυτοκίνητο όσο μπορώ πιο κοντά στα «Πλατάνια». Το κάνω σκόπιμα γιατί , πριν από όλες τις δουλειές μου ,θέλω να κάνω μία βόλτα στα πλατάνια ή πιο σωστά σε ότι έχει απομείνει από τα δικά μου πλατάνια, τα πλατάνια των Γυμνασιακών μου χρόνων, των πλατανιών της δεκαετίας του 50-60…

Τα «πλατάνια μου» ήταν δύο τρία μέτρα μακριά από τη θάλασσα. Τα « πλατάνια μου» είχαν τις ρίζες τους στο θαλασσινό νερό. Τα « πλατάνια μου» ήταν παρατεταγμένα σε δύο σειρές και δημιουργούσαν μία μεγάλη πράσινη στοά με τα κλαδιά τους αγκαλιασμένα. Την άνοιξη και το καλοκαίρι με πράσινα φύλλα όλο αγάπη και έρωτα χόρευαν με τον αέρα του βουνού και της θάλασσας και τα σπουργίτια χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους και τα ζευγαρώματά τους. Μόνο τα μεσημέρια του καλοκαιριού ξαπόστεναν. Ο ίσκιος τους σκέπαζε και κομμάτια της θάλασσας. Εκεί κολυμπούσαν οι παλιοί Γουμενιτσιώτες. Θάλασσα καθαρή, πεντακάθαρη. Μετά το κολύμπι είχες και ήλιο και ίσκιο, αρκεί να μετακινηθείς λίγα μέτρα.

Και ερχόταν το φθινόπωρο. Τα φύλλα « αρρώστεναν», κιτρίνιζαν, άρχιζαν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Το πέσιμό του κάθε φύλλου έμοιαζε με πουλί που , αφού είχε εντοπίσει από το κλαδί το σκουλήκι ή το σπόρο, άπλωνε τα φτερά του και σιγά-σιγά , για να μη κάνει θόρυβο, ακουμπούσε στο χώμα. Έτσι με το ένα φύλλο να πέφτει μετά το άλλο τα πλατάνια απόμεναν γυμνά όλο το χειμώνα. Μόνο οι καρποί τους κρατούσαν περισσότερο και έπεφταν αργότερα στο χώμα και φύτρωναν από μόνα τους νέα πλατάνια. Αλλά παρασύρθηκα πάλι με τις αναμνήσεις μου. Είναι γνωστό αυτό το κουσούρι μου .

Πήγα λοιπόν και σήμερα στα πλατάνια. Περπατούσα , όπως τις άλλες φορές. Πως έχουν καταντήσει Θεέ μου. Αγνώριστα τα πλατάνια. Αναρωτήθηκα και πάλι αν αυτά είναι τα « Πλατάνια της Ηγουμενίτσας». Αδύνατα, ξερακιανά, αρρωστημένα, απεριποίητα, ταλαιπωρημένα. Διάβολε γιατί τους άφησαν τόσο λίγο τόπο γύρω από τον κορμό τους ; Είχα βάλει το δεξί μου χέρι αντηλιά και κοιτούσα ψηλά να δω τις κορφές τους, τα « πρόσωπά τους». Είχα ξεχαστεί. Είχα …φθάσει στα γυμνασιακά μου χρόνια… Κοιτούσα ψηλά και περπατούσα. Προχωρούσα πλάτανο το πλάτανο. Έτσι για να τα χαιρετήσω ένα-ένα. Έτσι για να βεβαιωθώ αν ήταν « εκείνα τα πλατάνια».

Φαίνεται ,όμως, πως το ένα πόδι μου πατούσε στο οδόστρωμα και εμπόδιζα την κυκλοφορία. Και ξαφνικά ακούω μία δυνατή φωνή όλο μίσος και κακία : « Ρε μαλάκα τι κοιτάς σαν χάχας ψηλά ; Περιμένεις να σου ρίξει καρβέλια ο Θεός ; ». Τρόμαξα και γύρισα ξαφνιασμένος.« Συγνώμη» του είπα με χαμηλή φωνή. « Να ρε μαλάκα εσύ και η συγγνώμη σου » μου είπε και μου έριξε μία αριστοκρατική αριστερή μούντζα , όλος ευχαρίστηση και περηφάνια. Σάστισα. Ίσια που πρόλαβα να δω για λίγο το πρόσωπό του. Ήταν νέος με ακριβό αυτοκίνητο. Δίκιο είχε. «Δίκιο έχεις παλικάρι μου …. Πως να ξέρεις ότι εγώ μιλούσα … με τα πλατάνια.. Πως να ξέρεις την ιστορία των πλατανιών. Πώς να ξέρεις πως αυτά τα πλατάνια για την …παλιά Γουμενίτσα ήταν η καρδιά της , η ψυχή της , το καμάρι της. Πώς να ξέρεις πόσο δύσκολα ήταν τότε για όλους μας…Πώς να ξέρεις πως εμείς τα χωριατόπαιδα περπατούσαμε ώρες με τα πόδια για να πάμε γυμνάσιο. Από πού είσαι καλόπαιδο ; Για ρώτησε τα παιδιά από το Λαδοχώρι, τα παιδιά από το Γρακοχώρι, τα παιδιά από την Αγία Μαρίνα, τα παιδιά από το Καστρί, τον Άγιο Βλάση , το Ράι, το Ντούσκο [Νέα Σελεύκεια], την Πλαταριά.. Για ρώτα ; Τότε μία βόλτα…. στα πλατάνια ήταν όλος ο κόσμος μας φίλε μου. Εκεί νιώσαμε τα πρώτα σκιρτήματα. Νεαρέ μου εσύ έχεις δικό σου σπορ αυτοκίνητο. Έχεις «γκόμενα». Εσύ συχνάζεις στις καφετέριες. Και καλά κάνεις. Όμως, αλήθεια που βρήκες τα χρήματα ; Είσαι αυτοδημιούργητος ; Δούλεψες ; Αν ναι μπράβο σου. Αν, όμως, το πήρες από χρήματα του πατέρα σου και της μάνας σου δεν είσαι μάγκας… Δεν στερήθηκες. Δεν πόνεσες. Δεν κρύωσες. Δεν έχεις πόθο, πάθος για δημιουργία. Δεν αγωνίστηκες. Δεν σε μείωσαν, δεν σε ταπείνωσαν, δεν σε πλήγωσαν. Δεν σε πρόσβαλαν. Δεν πείνασες. Δεν έκλαψες . Δεν κρύωσες τις νύχτες του χειμώνα, δεν έμεινες σε παράγκες, σε ανήλιαγα και υγρά δωμάτια, δεν πέρασες νηστικός τις νύχτες ή με μισή φασολάδα στου Τσόγκα και λίγο άσπρο ψωμί από του Ζώτου…»

Αυτές τις σκέψεις ή πιο σωστά αυτά ψέλλιζα καθώς εντελώς απογοητευμένος είχα ακουμπήσει το κορμί μου στο κορμί του πλάτανου. Ήταν σαν να τα έλεγα στο παλικάρι με το αυτοκίνητο ή πιο σωστά αυτά ήθελα να του πω. Αυτά και άλλα τόσα από την Ηγουμενίτσα εκείνης της εποχής, αν γινόταν να μπορούσα να πιω ένα καφέ μαζί του. Όμως εκείνος έφυγε. Ωστόσο μπορεί να κάνω και λάθος. Και να τον αδικώ. Και μακάρι να έχω κάνει λάθος. Έχω μεγαλώσει κιόλας και οι… κωλόγεροι και οι γριές όλο παράπονα είναι. Σωστά . Όμως είχα και μία απορία. Δεν του έφτανε το …« μαλάκα» ; Τι χρειαζόταν και η μούντζα ; Αλλά αυτά πάνε …πακέτο για ορισμένους Έλληνες οδηγούς . Ή όχι ;

Και αν ο νεαρός καλά έπραξε , που θα μπορούσα να τον συγχωρήσω, ασυγχώρητοι είναι όλοι εκείνοι που κατάντησαν σε αυτό το χάλι «τα πλατάνια μας» και την γύρω περιοχή. Ασυγχώρητες είναι οι προηγούμενες αλλά και η σημερινή Δημοτική αρχή που άφησαν να φθάσουμε αυτή την κατάσταση . Χάσαμε ένα υπέροχο τόπο που θα μπορούσε να ήταν χώρος αναψυχής, το καμάρι της πρωτεύουσας μας. Αλλά μήπως τα κτίρια είναι καλύτερα ;. Τι κρίμα..

ΥΓ1]. « Οι άνθρωποι που δεν ελπίζουν σε τίποτε, που δεν προσμένουν τίποτε, που δεν πιστεύουν σε τίποτε ολοένα και πληθαίνουν».

ΥΓ2]. « Ο άνθρωπος ονειροπόλησε τον υπεράνθρωπο και πραγματοποίησε τον υπερκτήνος της εποχής μας». [ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος-« Οι σκληροί καιροί»]

[«ΤΟΛΜΗ» Φ.515/12-2-2009, «ΒδΕλλα» Φ.35/8.5.2009]

About Χρήστος Ευαγγέλου