Ο ΓΚΙΩΝΗΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΑΡΙΑΣ

Κάθε βράδυ στην θέση του, στην κορυφή του ευκαλύπτου στην αυλή του σχολείου. Κάθε βράδυ   πηγαίνω και εγώ να τον ακούσω όσο γίνεται πιο κοντά. Είχα δύο βραδιές στη διάθεσή μου ακόμη. Έπρεπε να « γράψω τη φωνή του ,την συνομιλία μας»…Που να βρεις Γκιώνη στην Αθήνα.. Αλλά και να ακούσεις θα είναι πολύ μακριά ,έτσι σαν σε όνειρο… Η θλιμμένη του φωνή χάνεται «στο βουητό των ποταμών θορύβου των αυτοκινήτων» .

Πήγα λίγο νωρίτερα. Είχα αγωνία, φοβόμουν μήπως δεν κατέβει στην Πλαταριά απόψε. Έρχεται κατά τα μεσάνυκτα. Γιατί άραγε στον ίδιο ευκάλυπτο ; Αλλά τι σημασία έχει;.. Είχα ακουμπήσει στο κορμό του δέντρου και περίμενα . Ένιωθα άβολα   , γιατί δεν ήθελα να με δουν τέτοια ώρα στο σχολείο.. Ποιος θα με πίστευε ότι ……καρτερούσα τον Γκιώνη…Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή του που ερχόταν κάπου από την Σκορπιώνα.. Αυτός ήταν λοιπόν.. Έτσι έκανε και τα άλλα βράδια.. Από δέντρο ελιάς σε δέντρο ελιάς και φωνάζοντας γκιων…γκιών κατέβαινε Φασκομηλιά, Σκεπετό και κατέληγε εδώ στον ευκάλυπτο του σχολείου.. Έτσι έκανε και απόψε. Έμεινα ακίνητος, ίσιωσα το κορμί μου το έκανα ένα με το κορμό του δέντρου και σχεδόν δεν ανέπνεα. Υπήρχε κίνδυνος να με καταλάβει ,να τρομάξει και να φύγει. Ήταν μία παρά είκοσι.. Πέρασαν λίγα λεπτά, λες και ήθελε να ξεκουραστεί και μετά άρχισε ρυθμικά, κοφτά, θλιμμένα   να λέει το γκιών…γκιών….γκιών…γκιών .Νόμιζες πως ήταν ένα ζωντανό ρολόι του οποίου τα δευτερόλεπτα   απέδιδαν το χαρακτηριστικό ήχο γκιών…γκιών. Σιγά- σιγά ,αθόρυβα ενεργοποίησα το μαγνητόφωνο. Αυτός συνέχιζε αμέριμνος το μονότονο τραγούδι με τα ίδια λόγια γκιών…γκιών.. Φαίνεται να ήταν στο πιο ψηλό κλαδί. Ακουγόταν όμως καλά, καθαρά η φωνή του στη σιγαλιά της πλαταριώτικης νύχτας. Ακούω και γράφω, γράφω και ακούω με κομμένη την ανάσα, με υπερένταση..

Πόσο θα γράψω, πόσο θα μείνω δεν το σκέπτομαι. Ας κάτσω λίγο ακόμη. Άντε και άλλο λίγο. Πως να φύγω ; Χαλάλι σου πλαταριώτη Γκιώνη. Τελειωμό δεν έχει το τραγούδι.. Τι λέει ; Τούτος τραγουδά όλη τη νύχτα στον ίδιο σκοπό, φωνάζει το ίδιο όνομα. Θα μείνω είπα μέχρι να φύγει. Αύριο είναι η τελευταία βραδιά στο χωρίο και δεν θα μπορέσω να έλθω. Άλλαξα γνώμη. Θα κάτσω λίγο ακόμη. Και θα παίξω μαζί του σκέφτηκα.. Γύρισα την ταινία της κασέτας στην αρχή και πήγα αρκετά μακριά σε άλλο ευκάλυπτο προς το Μύλο. Περπατούσα στα «νύχια» για μη με ακούσει και φύγει.. Σταμάτησε σαν άκουσε θόρυβο από τα βήματά μου.. Εγώ περίμενα να δω αν έφυγε και αν θα κελαηδούσε πάλι. Περίμενα με κομμένη ανάσα τη συνέχεια. Μετά από λίγα λεπτά άρχισε πάλι γκιών…γκιών. Ήταν στον ευκάλυπτο που τον άφησα. Έβαλα σε λειτουργία το μαγνητόφωνο και ακουγόταν καθαρά το γκιών…γκιών του μαγνητοφώνου…. Χαμήλωσα μετά από λίγο την ένταση και με έκπληξη διαπίστωσα , ότι είχε σταματήσει.. Περίμενα λίγο. Τι έγινε λοιπόν ; Έφυγε; Προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Αύξησα για λίγο την ένταση ανήσυχος. Ξαναχαμήλωσα και με περίμενε δεύτερη έκπληξη.. Είχε έλθει πάνω από το δέντρο που ήμουν εγώ. Ξεγελάστηκε λοιπόν ο Γκιώνης .Νόμισε ότι ήλθε και «άλλος Γκιώνης» κοντά του, νόμισε ότι βρήκε   σύντροφο.. Έτσι άκουγα δύο Γκιώνηδες.. Τον Γκιώνη -μαγνητόφωνο και τον αληθινό Γκιώνη, ο οποίος άκουγε τη δική του φωνή.. Τον ξεγέλασα , τον πλάνεψα.. . Είναι αρσενικός, είναι θηλυκός, νέος, νέα, ηλικιωμένος, ηλικιωμένη ; Τι σημασία έχει ; Ψάχνει και αυτός σύντροφο, φίλο , ταίρι για τη μοναξιά της νύχτας, «έναν Γκιώνη να πούνε δύο κουβέντες»… Είπα να συνεχίσω το παιγνίδι . Έκλεισα το μαγνητόφωνο και πήγα πιο μακριά κοντά στην ταβέρνα του Κοκόση. Άνοιξα το μαγνητόφωνο και περίμενα.. Ο Γκιώνης ήλθε πάλι πάνω απόν ευκάλυπτο που στεκόμουν. Μετά από λίγο άρχισε και αυτός το γκιών…γκιών.. Ένιωσα άσχημα, είχα μετανιώσει   για την επανάληψη του παιγνιδιού.. Η ώρα ήταν περίπου δύο.. Ας πηγαίνω είπα δυνατά.. «Καληνύχτα Γκιώνη μου» ,του είπα ακόμη πιο δυνατά για να με ακούσει και έφυγα.. Αμέσως ακούστηκε το φτερούγισμά του καθώς έφευγε τρομαγμένος ,ίσως από τη φωνή μου ,αλλά και «θυμωμένος από την ψευτιά μου».. Και πόσο πικραμένος θα ήταν…. «Γκιώνη συγγνώμη του φώναξα δυνατά, συγγνώμη, δεν θα το ξανακάνω » και ντράπηκα που   τον ενέπαιξα . «Θα σε θυμάμαι , θα σε ακούω εκεί στην Αθήνα που θα γυρίσω αύριο.. Και ποιος ξέρει μπορεί να συναντηθούμε την επόμενη άνοιξη. Θα έλθω ξανά στην Πλαταριά…»

Σε δύο-τρία λεπτά ήμουν στο σπίτι.. Πως να κοιμηθώ; Αυτές οι αναμνήσεις παναθεμά τες δεν σε αφήνουν ήσυχο. Ήλθαν τρεχάτες, χαρούμενες, προκλητικές μία -μία ,όλες μαζί να μου μιλήσουν για τον Γκιώνη. Θυμήθηκα τον πατέρα μου. Κάθε Άνοιξη , όταν για πρώτη φορά ακούγαμε «Γκιώνη» μας φώναζε για να μας διηγηθεί «την ιστορία του Γκιώνη» ,όπως την έμαθε στο σχολείο του από τον δασκάλους Παπακούτσουρη και Τσιριγώτη (1914-1920). Πρώτα μας έλεγε την ιστορία με δικά του λόγια ,έτσι σαν παραμύθι, η οποία ήταν η εξής : « Ήταν δύο αδέλφια ο Δήμος και Γκιώνης τσομπαναραίοι σε κάποιο τσέλιγκα. Ο Γκιώνης έχασε δύο αρνάδες. Έψαξε αλλά δεν τις βρήκε. Το είπε στον Δήμο και αυτός θύμωσε πολύ και τον σκότωσε. Βέβαια μετάνιωσε και βασανιζόταν για το φονικό του αδελφού του. Ο Θεός τον λυπήθηκε και τον έκανε πουλί. Κάθε νύχτα γυρίζει ,ψάχνει τον αδελφό του φωνάζοντας από δέντρο σε δέντρο γκιών.. γκιών»

Μετά μας «έλεγε απέξω» το σχετικό ποίημα με τίτλο «Ο Δήμος και ο Γκιώνης». Το είχα μάθει «απέξω» και εγώ. Το «είπα και στις εξετάσεις στο σχολείο μου» προς μεγάλη ευχαρίστηση του πατέρα μου. Τον παρότρυνα να γράψει, ότι θυμάται ,ώστε να τα έχουμε εμείς και οι απόγονοί μας. Ευτυχώς υπάρχουν αρκετά κείμενά του. Αντιγράφω το ποίημα « Ο Δήμος και ο Γκιώνης» διατηρώντας την ορθογραφία του :

Ήταν δύο αδέλφια πάντα αγαπημένα

Πρόβατα βοσκούσαν σε άρχοντα μεγάλο

Δήμο λεν το ένα Γκιώνη λεν τον άλλο

Κάπια μέρα ο Γκιώνης δύο αρνάδες χάνη

Ψάχνη δεν τις βρήσκη τριγιρνά και κλαίη

Έρχεται στη στάνη του αδελφού του λέη

Βρέθικαν και εκείνος στην κακή την ώρα

Άδικα χολιάζη σα θεριό θυμόνη

Βγάζει το μαχαίρι και τον εσκοτόνη

Η αρνάδες ήλθαν στο κοπάδι πάλη

Και ο φωνιάς τους βλέπει

Γέρνει το κεφάλη μετανοημένος.

Και ο Θεός τον ήδε που χτυπά τα στίθη

Κλαίη νύχτα μέρα θέλει να πεθάνει

Και τον ελυπίθη και πουλί τον κάνη

Και για αυτό το βράδυ το πουλί θλιμένο

Σε δεντρί κλωνάρι και όλοι νύχτα κράζη

Γκιώνη..Γκιώνη…Γκιώνη

 

[ Γραμμένο το 1983 από τον πατέρα μου σε ηλικία 76 ετών]

[«ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΗ» Φ.9405/25-7-2003, « ΣΥΒΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΡΩΝΗΣ» Φ.8/Μάιος 2008 , «ΒδΕλλα» Φ.40/10-6-2009]

About Χρήστος Ευαγγέλου