ΤΡΙΖΟΝΙΑ (ΓΡΥΛΟΙ)

Μουσικούς, μουζικάντες της νύχτας τους λέγαμε. Και Τζιτζίκια της νύχτας. Γρι – γρι – γρι ή κρι-κρι-κρι από το βασίλεμα του ήλιου ολονυχτίς μέχρι το πρωί. Μερικά ξεχνιόνται και συνεχίζουν και την ημέρα, λες και γλεντοκόπησαν, μέθυσαν τη νύχτα.

Αγαπώ με πάθος τα τριζόνια. Και πως αλλιώς να γίνει. Από παιδί τα άκουγα στον κάμπο όταν διανυκτερεύαμε στα μποστάνια. Στα χαντάκια, στα βάτα, στα καλαμπόκια, όλη νύχτα γρι – γρι – γρι… «Μα καλά δεν κουράζονται» αναρωτιόμουν. «έτσι τα έκανε ο Θεός» έλεγε ο πατέρας μου που εξηγούσε τα πάντα με την πίστη του στο Θεό. Είχα βάλει τάμα να τα γνωρίσω, να τα πιάσω. Να δω πως ακριβώς είναι, τη μορφή τους… Με τη βοήθεια του πατέρα τα κατάφερα. Έψαχνα κάτω από τους σβόλους ανάμεσα στις καλαμποκιές. Εκεί κρυβόταν. Έμοιαζε με μαύρη ακρίδα. Αυτό μου έφθανε. Όλος περηφάνια εξηγούσα στους συμμαθητές, στα γειτονόπουλα.

Δεν τα συναντούσες μόνο στον κάμπο. Ήταν παντού. Στον ελαιώνα, κοντά στη θάλασσα, στα βούρλα. Η καλύτερη ώρα ήταν όταν περπατούσα νύχτα στην αμμουδιά. Πολύ μου άρεσε. Μια βόλτα από το παλιό μύλο μέχρι το Μήλο και αντίστροφα, ανάμεσα στους νυχτερινούς παφλασμούς των νυσταγμένων μικροκαμωμένων κυμάτων και τις δικής τους μουσικής αντάμα με το βορεινό αεράκι της νύχτας ξαλάφρωνες, ανάσαινες, έφευγε η αγκούσα… Ειδικά στα χρόνια της εφηβείας αργούσα να γυρίσω σπίτι και η μάνα μου ανησυχούσε. Και είχε δίκιο, αλλά ήταν η μοναδική μου διέξοδος.

Αξέχαστες ήταν και οι νύχτες στο αλώνι στο παλιό χωριό. Νύχτες καλοκαιριού, λαγαρές, φωτεινές καθόμουν σταυροπόδι στις πλάκες, στο κέντρο του αλωνιού. Και αυτά στις γύρω πέτρες κρυμμένα γρι – γρι – γρι. Πάλι με φώναζε η μάνα. «Έλα παιδί μου θα κρυώνεις»…  Πράγματι αργά τη νύχτα το βοριαδάκι είναι πολύ δροσερό. Που να πάω, πώς να φύγω. Αστέρια αμέτρητα στο γαλανό του ουρανού. Δεξιά και μπροστά μου ή πίσω μου ανάλογα με το που είχα στραμμένο το πρόσωπο εναλλάξ τα βουνά του Βραχωνά, ο κάμπος, τα βουνά προς Γραικοχώρι – Αγία Μαρίνα. Μοναξιά, ησυχία, ηρεμία, γνήσια, όμορφη, σωστό βάλσαμο.

Αρκετές φορές φαινόταν και τα «φώτα της Κέρκυρας». Στιγμές στιγμές βούρκωνα χωρίς να το θέλω.

Στο παλιό σπίτι δεν είχαμε παράθυρο. Ούτε λουλούδια. Ήμουν υποχρεωμένος να μένω έξω για να τα ακούω, να συνομιλώ με το δικό μου τρόπο. Στο άλλο σπίτι που πήγαμε είχε παράθυρα και εκείνα ερχόταν κάτω από τα παράθυρα, έτσι σαν να ήθελαν να κάνουν καντάδα, να μας κρατήσουν συντροφιά και να τους κρατήσουμε. Ξόδεψα πολλές νύχτες μου με τη συντροφιά τους. Με συγκινούν ακόμη και ίσως περισσότερο, τώρα που πηγαίνουμε για το «Τέλος».

Και στο νέο σπίτι στον κάμπο κάθε καλοκαίρι, όλο το καλοκαίρι, όλα τα καλοκαιρινά βράδια γρι – γρι – γρι. Ακούραστα, διασκορπισμένα. Χρόνια τώρα έρχονται κοντά το παράθυρο της ανατολής. Δεν με αφήνουν να κοιμηθώ ή πιο σωστά μου κάνουν συντροφιά και ξεκινούν σαν σβήνω το φως. Τα ακούω και κοιμάμαι.

Ειδικά ένα είναι ακριβώς κάτω από το παράθυρο. Ο κερατάς εκεί βαράει – βαράει σαν να με προκαλεί, σαν να θέλει κάτι να μου πει, σαν να θέλει να μπει στο σπίτι… και του την έστησα… ένα σούρουπο άφησα σκόπιμα μισάνοιχτα τα παντζούρια του παραθύρου και πήγα τη βόλτα μου στην αμμουδιά. Ο κύριος έπεσε στη φάκα. Μόλις γύρισα γρι – γρι – γρι μέσα στο σπίτι. Είχε μπει από το παράθυρο στο δωμάτιο. Μόλις άκουσε τα βήματά μου σταμάτησε… Τρέχω και κλείνω το παράθυρο. Ανάβω το φως και ο φίλος ήταν πάνω στο ταβάνι κρυμμένος στην εσοχή του γύψινου.

Δεν έβγαζε άχνα, κιχ. Τρόμαξε. Θα με έβλεπε σαν γίγαντα μπροστά του. Έσβησα το φως. Πήγα στην κουζίνα. Μόκο ο γρύλος. Άφαντος. Έκανα τον αδιάφορο. Πήγα για ύπνο. Άφησα ανοιχτές τις εσωτερικές πόρτες. Κοιμήθηκα. Κάποια ώρα σαν σε όνειρο άκουγα γρι – γρι – γρι. Ξύπνησα. Ο μουσαφίρης είχε αρχίσει. Πόσο να αντέξει. ‘έσκασε. Έκανα πως κοιμόμουν. Έμεινα ακίνητος. Γαρίδα το μάτι. Ωστόσο κάτι δεν πήγαινε καλά. Από το γρι – γρι – γρι που άκουγα κάθε βράδυ… Σκεπτόμουν γιατί. Να ήταν ο φόβος, η αγωνία του.. Στο τέλος έβγαλα το συμπέρασμα ότι ήταν ο αντίλαλος του χώρου. Τον άφησα μέσα στο σπίτι. Για 3-4-5 μέρες ήταν μέσα. Σκόπιμα άφηνα τις εξώπορτες ανοιχτές. Κάθε βράδυ πήγαινε και σε διαφορετικό δωμάτιο. Ίσως έψαχνε τρόπο να φύγει. Και τα κατάφερε. Και φέτος που ήλθα στη γωνιά κάτω από το ίδιο παράθυρο στην ίδια θέση γρι – γρι – γρι όλη νύχτα.

Περίεργα πλάσματα του Θεού. Τόσα χρόνια δεν διάβασα δεν έμαθα τίποτα για τη ζωή τους. Πόσα χρόνια ζουν, τι τρώνε και κυρίως που οφείλεται η φωνή τους. Και ποιο λέει γρι – γρι – γρι. Το αρσενικό ή το θηλυκό. Αλλά τι λέω… το αρσενικό θα είναι. Άνοιξα λοιπόν την εγκυκλοπαίδεια Υδρία και διάβασα τα εξής:

Γρύλος ο αγροτικός. Μικρό βλαβερό έντομο που συγγενεύει με την ακρίδα. Ανήκει στην τάξη των «ορθοπτέρων εντόμων» και στην οικογένεια «γρυλίδες». Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει 2000 είδη. Ζεις τους αγρούς και για αυτό λέγεται «αγροτικός». Το σώμα του (κεφαλή – θώρακας – κοιλιά) έχει μήκος 2,5 – 3 εκατοστά. Το κεφάλι του είναι μεγάλο σε σχέση με το όλο σώμα του.

Έχει κεραίες μακριές και λεπτές σαν νήματα. Είναι όργανα αφής και όσφρησης. Οι φτερούγες του είναι μακριές και οι μπροστινές απολήγουν σε σκληρές θήκες (έλυτρα). Έχει έξι (6) πόδια που είναι πολύ δυνατά. Βοηθούν το έντομο να αναπηδάει. Έχει δυνατή ακοή. Τα ακουστικά όργανα (τύμπανα) βρίσκονται όχι στο κεφάλι αλλά στα μπροστινά πόδια. Ζει στους αγρούς και μέσα σε υπόγειες φωλιές που τις ανοίγει μόνος του. Τρώει κυρίως χλόη και τρυφερές ρίζες φυτών. Ο θηλυκός μένει συχνά μέσα στη φωλιά του. Ο αρσενικός αντίθετα βγαίνει τις όμορφες ζεστές νύχτες, ιδιαίτερα Μάη, έξω στην είσοδο της τρύπας και αδιάκοπα βγάζει μονότονους μουσικούς ήχους. Δεν τραγουδάει βέβαια. Είναι βιολιστής. Οι θήκες από τις μπροστινές φτερούγες είναι ηχητικό όργανο, κάτι σαν βιολί και δοξάρι. Τρίβει την μυτερή άκρη της μπροστινής φτερούγας στην επιφάνεια της άλλης και παράγεται ο γνωστός μουσικός ήχος: κρι – κρι – κρι. Ο γρύλος γίνεται βιολιστής για να προσελκύσει κοντά του το θηλυκό. Ο γρύλος πολλαπλασιάζεται με αυγά, που τα γεννάει, το καλοκαίρι. Τα μικρά ώσπου να γίνουν τέλεια έντομα, περνούν δέκα μεταμορφώσεις.

Στην Κίνα και Ιαπωνία τρέφουν γρύλους μέσα σε κλουβιά για τη μουσική τους.

Υπάρχει και ο γρύλος, ο κατοικίδιος.

Στο χρώμα γκριζοκίτρινο και είναι μικρότερος από τον αγροτικό. Ζει μέσα στα μαγειρεία και στα αρτοποιεία και τρώει αλεύρι και υπολείμματα τροφών. Γεννάει τα αυγά του σε χαραμάδες των τοίχων.

Μπορεί ο ήχος να είναι μονότονος και κλαψιάρικος, αλλά προσωπικά με συναρπάζει, με συντροφεύει και με νανουρίζει. Δεν μπορώ να φανταστώ τις ανοιξιάτικες και κυρίως τις καλοκαιρινές νύχτες χωρίς το γρι – γρι – γρι των γρύλων στο παράθυρο, στον κήπο, στην αυλή, στο νυχτερινό μου περπάτημα.

[«ΤΙΤΑΝΗ»-Φ.964/1-7-2012 και Φ.1094/8-2-2015]]

About Χρήστος Ευαγγέλου