«ΡΑΔΙΟ ΦΙΛΙΠΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟ ΣΟΝΡΑ»

Το νέο έκανε το γύρο του χωριού.« Ο Βαγγέλ- Διονύσης αγόρασε « ράδιο».Ήταν γείτονας και συγγενής. Πήγαμε όλοι να δούμε αυτό το « ράδιο». «Είναι , λέει , ένα κουτί με δύο κουμπιά ,ένα αριστερά και ένα δεξιά στο κάτω μέρος . Με το αριστερά κουμπί αν το στρίψεις δεξιά ακούς να μιλάει, αν το στρίψεις αριστερά κλείνει. Με το άλλο κουμπί « πιάνεις» ,λέει, τους σταθμούς δηλαδή δεν ακούς πάντα τον ίδιο . Γυρίζεις το δεξιά κουμπί δεξιά ή αριστερά και μέσα από το τζάμι του ράδιου περπατάει, μετακινείται και μία γραμμή. Όπου ακούς νέα φωνή ή τραγούδι εκεί είναι και άλλος σταθμός. Για να πιάνει όμως τους σταθμούς έχει και ένα μεγάλο χάρτινο κουτί πολύ βαρύ που συνδέεται με το ράδιο με καλώδιο που μπαίνει σε μία τρύπα του ράδιου στο πίσω μέρος. Το λένε μπαταρία. Από μία άλλη τρύπα που και αυτή είναι πίσω ξεκινάει ένα μεγάλο λιανό καλώδιο που πρέπει να το βγάλεις έξω από το παράθυρο και να το δέσεις σε μία αμυγδαλιά ή ελιά. Τη λενε κεραία ». Έτσι μας εξηγούσαν όσοι το είδαν για πρώτη φορά το « ράδιο».

« Περίεργο πράγμα, θαύμα, θιάμα μεγάλο έλεγε ο πατέρας μου. Πως έρχεται η φωνή, ποιος τη στέλνει, πως μπαίνει, πως βγαίνει, πως δουλεύει. Τι είναι αυτή η μπαταρία, πόσο κρατάει, τι έχει μέσα. Μεγάλο μυαλό αυτός που το βρήκε.. Να πάμε να το δούμε από κοντά, να ακούσουμε ,να μάθουμε..». Και πήγαμε. Μας κάλεσε ο ίδιος ο Βαγγέλ- Διονύσης στο σπίτι του.. Ένα δωμάτιο ήταν όλο-όλο το σπίτι της πολυμελούς οικογενείας του, όπως όλα τα σπίτια της εποχής εκείνης. Ένα πέτρινο κτίριο του ενός δωματίου από ξηρολιθοδομή. Από μέσα « τα άλειφαν» με μίγμα άσπρου χώματος, άχυρου και νωπών κοπράνων αγελάδας και το άσπριζαν με ασβέστη. Από το ίδιο υλικό ήταν και το δάπεδο.   Καθίσαμε λοιπόν όλοι σταυροπόδι . Το « ράδιο» ήταν πάνω στη κασέλα στην οποία η Βαγγέλενα είχε στρώσει ένα   κομμάτι ύφασμα , έναν από τους « μποξιάδες» που είχε από το γάμο της. Που να βρεθεί τραπέζι.. Είχαμε το « σουφρά» για τραπέζι.. Αφού κάτσαμε ο Βαγγέλ- Διονύσης μας εξηγούσε πως δουλεύει. «Ανοίγεις το αριστερά κουμπί προς τα αριστερά και ακούς φωνή. Με το δεξιά κουμπί πιάνεις σταθμούς. Πιάνει Αθήνα, πιάνει Γιάννενα, πιάνει Κέρκυρα. Πιο εύκολα Κέρκυρα γιατί είναι κοντά. Πιάνει και ξένους σταθμούς μα δεν καταλαβαίνω τι λένε.. ». Αφού τελείωσε την …ενημέρωση πήγαμε να το δούμε από κοντά. Να απλώσουμε το χέρι, να το ακουμπήσουμε, να δούμε πως ανοίγει, πως κλείνει. Φοβόμαστε μη το χαλάσουμε..« Όχι τα παιδιά έλεγαν, όχι θα το χαλάσουν, δεν ξέρουν». Δεν το βλέπαμε καλά γιατί η Βαγγέλενα το είχε σκεπάσει με άλλο ύφασμα για να μη χαλάσει , να μη σκονιστεί, να μη το βρομίσουν οι μύγες. Το είχε σκεπάσει έτσι σαν μωρό παιδί, σαν τη σκάφη που είχε ζυμώσει το ψωμί και περίμενε « να έλθει» για να το ψήσει στο φούρνο.

Το πρώτο καιρό πηγαίναμε τακτικά. Ακούγαμε τραγούδια και ειδήσεις. Μαθαίναμε νέα από όλο τον κόσμο, από όλο τον ντουνιά.. Σιγά-σιγά όμως αραιώθηκαν οι επισκέψεις. « Πήγαινε αργά» και το πρωί τα παιδιά είχαμε σχολείο και οι γονείς μας τις δουλειές τους και έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς. Ήταν κουραστικό, δεν αντέχαμε. Έτσι πηγαίναμε μόνο το σαββατόβραδο.. Ο Βαγγέλης μας είπε ότι κάθε απόγευμα επτά παρά τέταρτο η Κέρκυρα έχει Ηπειρώτικα. Για να ακούμε όλοι « έβαζε το ράδιο δυνατά και άνοιγε τα παράθυρα και την πόρτα». Έτσι ακούγαμε όλοι στη γειτονιά τα ηπειρώτικά μας , αλλά ξέραμε και τι ώρα ήταν.. Εγώ είχα το νου μου και πήγαινα σε ένα σημείο, στα « χαλάσματα» για να ακούσω καλύτερα, πιο δυνατά, πιο καθαρά. Μπροστά μου ο κάμπος και δίπλα του η θάλασσα. Σύνορό τους η άσπρη γραμμή της αμμουδιάς. Απέναντί μου ο Βραχωνάς, η Κρέστα, τα βουνά του Αργυροτόπου, αριστερά μου η Βουλγάρα και πίσω μου το Ζουμπρί. Και από πάνω το γαλάζιο καπάκι του ουρανού να σκεπάζει ολούθε τον τόπο. Η ηπειρώτικη μουσική , το ηπειρώτικο κλαρίνο και το ντέφι από το ράδιο του Βαγγέλ- Διονύση απλωνόταν παντού,   αντιλαλούσαν ,έκαναν ένα γύρο και είχα την αίσθηση ότι γύριζαν πάλι σε μένα και καταστάλαζαν μέσα στην ψυχή μου, στην ύπαρξή μου. Και είναι σαν να ήταν χθες…

Ο πατέρας μου κατάλαβε την αξία του « ράδιου».« Είναι απαραίτητο είπε. Περνάς την ώρα σου, μαθαίνεις νέα, μορφώνεσαι. Είναι ένα σχολείο μέσα στο σπίτι. «Πρέπει να πάρουμε ένα ράδιο», είπε στην μάνα μου.[« Ντο μάριμ ράδιο Νίκο», της είπε. Ο άντρας και η γυναίκα δεν χρησιμοποιούσαν τα ονόματά τους όταν απευθυνόταν ο ένας στον άλλο, αλλά το όνομα του πρώτου παιδιού, του πρώτου αγοριού].« Έχουμε έξοδα, χρωστάμε στην τράπεζα, η σοδειά με τις ελιές δεν πήγε καλά, πλημμύρισε ο κάμπος, δεν έχουμε καλαμπόκι και εσύ θέλεις «ράδιο» , του είπε η μάνα. Ήταν αγράμματη και ίσως δεν καταλάβαινε την αξία του « ράδιου». «Έχει δίκιο, μου είπε ο πατέρας. Όλα πηγαίνουν στραβά. Θα το πάρουμε όμως». Εγώ συμφωνούσα, αγωνιούσα, ανυπομονούσα και περίμενα.. Ο πατέρας δεν μπορούσε, αργούσε. Το λίπασμα, ο βαμβακόσπορος που παίρναμε με δάνεια τα πληρώναμε μια και δυο και τρεις φορές περισσότερο μα τα πανωτόκια.

Πέρασαν δύο και τρία χρόνια και ο πατέρας δεν το αποφάσιζε να αγοράσει « ράδιο».. « Μπορεί να μας πάρει ο Νίκος , μου έλεγε. Αυτός παίρνει μισθό και ίσως μπορέσει με τις οικονομίες του να το πάρει».. Δεν ξέρω, δεν έμαθα ποτέ αν ζήτησε ο πατέρας « ράδιο» από το Νίκο.. Το σίγουρο είναι πως   ο Νίκος μας έφερε το δικό μας «ράδιο μάρκας Σόνρα» Ο πατέρας και εγώ χαρήκαμε πολύ. Η μάνα δεν είπε τίποτε.Το φροντίζαμε όπως η Βαγγέλενα.. Μαζευόμαστε όλοι τα βράδια και ακούγαμε μέσα στο σπίτι μας τραγούδια, ειδήσεις από όλο τον κόσμο.« Ξέρεις τι γίνεται στον ντουνιά έλεγε και ξανάλεγε ο πατέρας.. Να έχεις την ευχή πρώτα του Χριστού μας και μετά το δικό μου, μωρέ Νίκο, για το καλό που μας έκανες» μουρμούριζε συγκινημένος. Ήμουν πολύ χαρούμενος. Έμαθα, άκουσα πολλά. Ανακάλυψα ότι κάθε Τετάρτη και Κυριακή βράδυ είχε την εκπομπή « Το θέατρο στο Μικρόφωνο». Τότε άκουσα τα θεατρικά έργα « Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Κασόνε, « Η Στέλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, « Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου,« Ανοιξιάτικο μεθύσι» του Λούτον και άλλα. Άλλη μου απόλαυση ήταν η αναμετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων. Διάβαζα νωρίτερα, τελείωνα τα γραψίματά μου, ώστε να απολαύσω την ένταση , την αγωνία του γηπέδου έστω και από μακριά.. Την ώρα των ηπειρώτικων από την Κέρκυρα «το άνοιγα δυνατά» για να ακούει και η μάνα έξω στην αυλή, στον κήπο..

Από τότε πέρασαν περίπου πενήντα χρόνια .Άλλαξαν πολλά, πάρα πολλά. Έχουμε τηλεόραση , έχουμε «σιντί», έχουμε μαγνητόφωνα, κάμερες. Τι να τα κάνεις.. Δουλεύουμε για αυτά, δεν έχουμε χρόνο να τα « απολαύσουμε». Τότε αρκούσε το ραδιόφωνο. Το ραδιόφωνο που σεβόταν τον ακροατή. Τα Μ.Μ.Ε, όπως τα λένε , «ξεσάλωσαν»,   ισοπέδωσαν τα πάντα. Και αυτό είναι το χειρότερο. Πρέπει να ψάξεις πολύ για να βρεις κάτι που αξίζει τον κόπο να δεις, να ακούσης, που να μην υποτιμά τη νοημοσύνη σου. Και βέβαια υπάρχουν εξαιρέσεις και μάλιστα αξιοπρόσεκτες.. Κανένα από όλα αυτά τα νέα μέσα δεν έχει τη νοστιμιά του πρώτου ραδιοφώνου Φίλιπς του Βαγγέλ- Διονύση και του Σόνρα «του Νίκου του δικού μας». Δεν ξέρω αν υπάρχει το Φίλιπς. Ο Νίκος έχει ακόμη το Σόνρα και εγώ βέβαια την φωτογραφία του.. Πως μπορούσα να μην την έχω.. Πως.. Αρκεί η και φωτογραφία του «για να γυρίζω πίσω»…

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

About Χρήστος Ευαγγέλου