Πάσχα στην Πλαταριά

Είχα χρόνια να γιορτάσω το Πάσχα στην Πλαταριά. Το ήθελα πολύ. Και όταν έφυγα, και όσες φορές δεν ήμουν πάλι … δήλωνα «παρών».Το κορμί μου το σώμα μου έλειπε. Η ψυχή μου, το μυαλό μου, η καρδιά, η ύπαρξη μου ήταν στο χωριό….Και πώς να μην είναι. Έφυγα μετά το Γυμνάσιο. Μέχρι να παντρευτώ δεν έλειψα ποτέ. Μετά το γάμο ,και όσο τα παιδιά ήταν μικρά , γιορτάζαμε κοντά στον παππού και στην γιαγιά. Σαν μεγάλωσαν σταμάτησαν. Έτσι δεν μπορούσα να πάω. Πώς να αφήσεις τα παιδιά ;. Τώρα πια μεγάλωσαν. Εφέτος μάλιστα είναι στο εξωτερικό. Δεν έχασα την ευκαιρία. Πήρα την Ελένη και δρόμο για την Πλαταριά , στον τόπο των αναμνήσεων μου. Ήμουν χαρούμενος. Ήξερα πως από τότε έχουν αλλάξει πολλά ή πιο σωστά όλα. Αλλά τι σημασία έχει;. Εμένα μου φθάνει πως θα βρισκόμουν ξανά σε αγαπημένα και νοσταλγικά μέρη. Ουσιαστικά δεν θα εύρισκα τίποτε ίδιο. Η διαφορά είναι ,ότι τώρα θα ήμουν και με το κορμί και την ψυχή, όπως τότε. Και αφού ο τόπος τόσο άλλαξε θα τα φέρω πίσω, να ξαναθυμηθώ, να ξαναζήσω .Και αυτό έκανα, αυτό κάνω, αυτό θα κάνω. Θα γράψω για όλες τις ημέρες από του Λαζάρου μέχρι και της Ζωοδόχου Πηγής. Μέρα την μέρα, τόπο τον τόπο, ανάμνηση την ανάμνηση.

  1. ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ 11/04/09: Παρέες- παρέες λέγαμε το Λάζαρο. Ένας από όλους έκανε το Λάζαρο. Σε κάθε σπίτι φορούσε το στεφάνι, που είχαμε φτιάξει από αγριολούλουδα. Η βέργα ήταν από κουνοπιτσια (λυγαριά). Το λέγαμε πόρτα-πόρτα . Τα λόγια ήταν τα εξής: «Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που πήγες./ Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους./ Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι ./Της καρδιάς μου των χειλιών και μη με ερωτάτε πλέον».

Μετά πηγαίναμε στο συνοικισμό Σκέπετο, στην Φασκομηλιά και στην Σκορπιώνα. Μας δίνανε από ένα ή δύο αυγά ή χρήματα σε πεντάρες, δεκάρες και εικοσάρες με την τρύπα στη μέση. Μαζί μας είχαμε το καλάθι, όπου με προσοχή βάζαμε τα αυγά και χόρτα ανάμεσά τους για να μην μας σπάσουν. Στην επιστροφή ,και πριν φθάσουμε στα «μαγαζιά», καθόμαστε σταυροπόδι για τη μοιρασιά. Την έκανε ο μεγαλύτερος της παρέας. Μετρούσαμε τα αυγά και υπολογίζαμε πόσα «έπεφταν» στον καθένα. Αν περίσσευαν υπήρχε πρόβλημα. Πρόβλημα υπήρχε και με τα χρήματα ή πιο σωστά με τις …..δεκάρες. Πώς να μοιραστούν;. Είχαμε και τσακωμούς και κλάματα. Αν δεν υπήρχε συμβιβασμός ,πουλούσαμε τα αυγά στο μπακάλικο του χωριού , στο μπακάλη τον Χαρίλαο και τα μοιράζαμε. Αν πάλι περίσσευαν αγοράζαμε καραμέλες «Αστακός» και μοιραζόμαστε και αυτές. Έκανε μία δεκάρα η μία… Για να πάρουμε όλοι από ίσο αριθμό συμπλήρωνε ο μπακάλης για να μας διευκολύνει.« Άντε μη τσακώνεστε , θα συμπληρώσω εγώ» έλεγε. Με τα χρήματα που μαζεύαμε αγοράζαμε λαμπάδες. Μας άρεσαν οι χρωματιστές. Αγοράζαμε και χαλβά. Νηστεία είχαμε και ήταν προτιμότερο από « το ψωμί και ελιές».

  1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ 12/04/09: Μετά το Λάζαρο μαζευόμαστε το απόγευμα στο σχολείο, γιατί έπρεπε να ετοιμάσουμε τα βάγια και τους σταυρούς από φύλλα φοίνικα. Κοντά στην παλιά βρύση του χωριού και απέναντι από το σπίτι του Βασιλ-Γιάννου (Βασιλείου Ιωάννου Αναστασίου) υπήρχε ένας φοίνικας. Ένας και μοναδικός. Ψηλός γεροδεμένος…ηλικιωμένος. Κόβαμε τέσσερα μεγάλα κλαδιά με σκληρά φύλλα. Υπό μορφή αψίδας τοποθετούσαμε ανά δύο στις δυο πόρτες της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου. Από τη μία, αυτήν προς τη θάλασσα (νότος) έμπαιναν μόνο οι άντρες. Από την άλλη προς την αυλή του παλαιού σχολείου (δύση) έμπαιναν μόνο οι γυναίκες. Μετά κόβαμε τα πιο τρυφερά κλαδιά και με τα τρυφερά ασπροκίτρινα ή καλύτερα ασπροκιτρινωπά φύλλα τους είχαμε μάθει να φτιάχνουμε «σταυρούς των βαγιών » διπλώνοντας τα κατάλληλα. Οι επίτροποι έφερναν από το πρωί Τζιάλο (Λάκκος του Τζιάλου) κλαδιά δάφνης. Δουλειά των παιδιών ήταν να φτιάξουν τους σταυρούς και να κόψουν σε μικρά κλαδάκια τη δάφνη. Με αυτά στολίζαμε τις εικόνες τοποθετώντας ανά ένα στις τέσσερις γωνίες κάθε εικόνας. Με το τέλος της λειτουργίας ο παπάς έδινε στον καθένα από ένα σταυρό και ένα κλαδάκι. Σήμερα δεν υπάρχει η βρύση. Δεν υπάρχει ο Φοίνικας. Αλήθεια ποιος και πότε τον φύτεψε ; Δεν υπάρχει η εκκλησία, κατεδαφίστηκε. Έχει κτιστεί νέα δίπλα στην παλιά αφιερωμένη και αυτή στον Άγιο Βασίλειο. Διαφέρουν πολύ. Η παλιά ήταν απλούστατη. Έτσι σαν ένα σπίτι. Η νέα έχει καμπαναριό, τρούλο, είναι πιο μεγάλη. Πιο όμορφη. Τι βρήκα από εκείνα τα χρόνια ;. Τίποτε. Μόνο οι αναμνήσεις. Απλά πήγα στη βρύση. Έχει επιχωθεί. Φαίνεται μόνο ο αριστερά τοίχος. Πήγα στην ακριβή θέση που ήταν ο μεγάλος φοίνικας με τους πορτοκαλί σπόρους. Τώρα περνά ο δημόσιος δρόμος , υπάρχει άσφαλτος. Πήγα στο λάκκο του Τζιάλου. Οι δάφνες μέσα στο ρέμα έχουν γίνει δέντρα. Τώρα έχουν δάφνες στις αυλές. Έχουν φοίνικες πολλούς στην πλατεία και στην παραλία της Πλαταριάς. Και όμως θαρρώ πως δεν έχουν τη μυρωδιά, την ομορφιά που είχαν εκείνα τα βάγια των παιδικών μου χρόνων. Κάτι λείπει…που μόνο εγώ μπορώ να διακρίνω. Στα ρουθούνια μου κρατώ αυτήν τη μυρωδιά της δάφνης του Τζιάλου και στα μάτια μου τους πανέμορφους σταυρούς από εκείνον τον φοίνικα. Πήγα στη θέση της παλιάς εκκλησίας. Κλείνω τα μάτια και να όλα μπροστά μου. ….Ο εκκλησιασμός τότε ήταν υποχρεωτικός. Μαζευόμαστε στο σχολείο, που ήταν λίγο πιο βόρεια της εκκλησίας, και “μπαίναμε σε γραμμές”. Από εκεί στην εκκλησία. Χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια. Δεξιά τα αγόρια, αριστερά τα κορίτσια. Εκεί ακίνητοι χωρίς να χαλάμε τις γραμμές. Αν ήθελε κάποιο παιδί να πάει «προς νερού του» ή « σωματική του ανάγκη», όπως λέγαμε, σήκωνε το χέρι και ο δάσκαλος ,που παρακολουθούσε όλες τις γραμμές, με την άκρη του ματιού κουνούσε το κεφάλι ελαφρά και το παιδί πήγαινε. Και γύριζε γρήγορα. Αν αργούσε ο δάσκαλος έστελνε άλλο παιδί να τον αναζητήσει και να τον φέρει μέσα. Μετά την εκκλησία είμαστε ελεύθεροι για τις διακοπές του Πάσχα. Η παρουσία του δασκάλου στο χωριό μας δημιουργούσε προβλήματα. Έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί και δεν μπορούσαμε να παίξουμε στην αυλή του σχολείου με το τόπι μας. Όταν μας συναντούσε ρωτούσε αν διαβάσαμε, αν κάναμε επαναλήψεις γιατί τότε γράφαμε γραπτές εξετάσεις Φλεβάρη και Ιούνιο από την Τρίτη Τάξη. Εμείς κρυβόμαστε και τον αποφεύγαμε, αλλά μας έστελνε μηνύματα με τους γονείς που έβρισκε στα μαγαζιά ή στο δρόμο. Γενικά η παρουσία του μας έκοβε τα φτερά, μας χαλούσε τις διακοπές μας. Και όμως τώρα, μετά από τόσα χρόνια, παραδέχομαι ότι αυτό μας βοήθησε πολύ. Μάθαμε γράμματα, είμαστε υποχρεωμένοι να δουλέψουμε ,να διαβάσουμε.
  2. ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 13/04/09 : Οι μανάδες, οι αδερφές πριν του Λαζάρου, είχαν ξεκινήσει το νοικοκυριό. Να καθαρίσουν τα σπίτια, να τα αλείψουν, να καθαρίσουν τις αυλές από την πόρτα του σπιτιού μέχρι την πόρτα του μαντρότοιχου, την «ποριά» , όπως τη λέγαμε. Να ασπρίσουν με ασβέστη μέσα και έξω τα σπίτια και τα κονάκια (τις κουζίνες), τους φούρνους με ασβέστη και κάθε πλάκα της αυλής περιμετρικά και λίγο πιο έξω στο σοκάκι. Έτσι φαινόταν η νοικοκυροσύνη, η αξιάδα όλων των γειτονισσών και κυρίως των ανύπαντρων κοριτσιών. Παντού πράσινο στη γειτονιά με άσπρα λουλούδια τα… κεντίδια του ασβέστη. Θεέ μου πόσο όμορφα ήταν. Όλα τα θυμάμαι με το «νι και με το σίγμα». Η Νία της Σάνας σκούπιζε το δρόμο μπροστά από την ποριά της μέχρι την πλατεία μας το «Γκούρι». Ήταν το μόνο κομμάτι που ήταν πλατύς δρόμος χωρίς πέτρες ριζιμιές ( μόκρα). Ήταν ας πούμε ο δημόσιος δρόμος της γειτονιάς. Η Λιόνλια , γυναίκα του Λιών- Τάση, δίπλα με την μεγάλη εσωτερική αυλή, την πλακοστρωμένη σκούπιζε, άσπριζε της πλάκες και το φούρνο . Με δεμένο το μαύρο μαντήλι κόμπο στο μέτωπο (κομπ-μπαλ) και την ποδιά ανασηκωμένη έφθανε μέχρι έξω με την αγριόσκουπα (θαμνώδες φυτό που υπήρχε άφθονο). Από κάτω η Αντώνλια, γυναίκα του Αντών-Δήμα, μαυροφορεμένη πάντα, άσπριζε τα πέτρινα σκαλοπάτια από την μικρή αυλή μέχρι ψηλά στο κιόσκι. Ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε τόσα πολλά σκαλοπάτια. Και το ζήλευα .Ήθελα να τα ανεβαίνω, να τα κατεβαίνω, γιατί το δικό μου σπίτι ήταν ένα δωμάτιο .Δεν είχε ούτε σκαλοπάτια, ούτε παράθυρο. Η Αντώνλια ήταν χήρα. Είχε μείνει μόνη με δύο μικρά παιδιά. Η Αντώνλια για να τα μεγαλώσει ξενομάζευε ελιές, ξενοθέριζε, μάζευε τα στάχυα που ξέφευγαν στο θέρο, στο φόρτωμα…ήταν η σταχτομαζόχτρα της Πλαταριας. Η Αντώνλια, η μάνα του Ληγόρ-Δήμα του δάσκαλου, είχε χάσει τον Παναγιώτη μόλις οκτώ χρονών. Τον σκότωσε ο μουσουλμάνος Τσάμης, ενώ έπαιζε με άλλα παιδιά στο ποταμάκι της Στρούγκας. Έπινε το καφέ του ο κύριος και πήρε το ντουφέκι του. Σημάδεψε το παιδί, έτσι σαν να ήταν κότσυφας. Και τον πέτυχε ο κερατάς. Ο μικρός Παναγιώτης έγειρε και με το αίμα του έβαψε το νερό. Μάλιστα ο παλικαράς Αγάς πήγε να συλλυπηθεί τη δόλια μάνα . Είχε χώρια την κουζίνα της.…Εκεί κοιμόταν, εκεί μαγείρευε. Το « κιόσκι » έπρεπε να είναι καθαρό. Για να τα φέρνει βόλτα είχε δύο γίδες που έκλεινε στο κατώι….Πάντα καθαρή η αυλή με τη μεγάλη ροδιά, με τα λουλούδια της ανά δύο τρία σκαλοπάτια…. Και η Τόλενα και νύφη της η Κίτσαινα , γυναίκα του Κίτσου Τόλη , που τα έφερναν « βόλτα» πολύ δύσκολα. Ένα δωμάτιο όλο –όλο. Άσπριζαν την αυλή, το σπίτι. Και δίπλα η Τάσενα, γυναίκα του Τάση Πέτρου, με το μεγάλο σπίτι. Όλα καθαρά, έτοιμα για την Πασχαλιά… Αχ μανάδες, γυναίκες εκείνης της εποχής πόσο σας αγαπώ…

Αλλά ας σταματήσω για σήμερα…Σε λίγο θα πάω εκκλησία…Νιώθω όμορφα, γλυκά, έτσι σαν να έχω ξυπνήσει από ένα γερό μεθύσι…Σκέφτομαι, θυμάμαι τον Παπαλέξη….Ασκητικός, σοβαρός, αυστηρός ενέπνεε σεβασμό, φόβο, ανάμεικτα συναισθήματα. Ήταν βορειοηπειρώτης και ένιωθα δέος, θαυμασμό. Είχε φύγει λαθραία, κυνηγημένος από την Β. Ήπειρο. Όταν ήλθε εδώ άλλαξε το επίθετό του. Από Θανάσενας το έκανε Κωνσταντίνου.

Ώρα 11 βράδυ. Γύρισα πριν από λίγο. Ήταν δεν ήταν είκοσι άτομα, μαζί με τους ψάλτες Γιάννη του Τσόμπολη , Βαγγέλ -Στέφο, ο Ληγορ- Δήμα. Μόλις δύο τρεις άντρες ακόμη και οι υπόλοιπες γυναίκες. Τρόμαξα στη σκέψη, πως από τους συγχωριανούς εκείνης της εποχής δεν υπήρχαν, δεν ήλθαν στην εκκλησία. Και πώς να έλθουν αφού «έχουν φύγει», δεν ζουν πια. Κάθε φορά που μας αποχωρίζεται κάποιος Πλαταριώτης μου κόβεται κομμάτι από τη «σάρκα της ψυχής μου » και νιώθω πως ορφανεύω. Απόψε είδα την Κωνστάντω του Καρύδη, τη Μαρία του Δήμα, τη Βήτα Πιπερίδη του Τριαντόπουλου. Χάσαμε πολλούς χωριανούς από αυτήν την αρρώστια, « από το έξω αποδώ», «από τον βλάμη» που έλεγε και ο πατέρας μου . Αγρίεψα στις σκέψεις αυτές. Ο Γιάννης ο ψάλτης ,ζητούσε να βοηθήσω, « κράτα ίσο», μου έλεγε. Πώς να του πω ,πως ο νους μου, η ψυχή μου ήταν σε εκείνες τις Μ. Δευτέρες στις παιδικές, στις γνήσιες αναμνήσεις και….κακώς με διέκοπτε από το ταξίδι μου .

  1. ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ 14/04/09: Πρωί ώρα δέκα….Ήπιαμε τον καφέ με την Ελένη. «Θα πάω στο χωριό της είπα…Θέλεις να πάμε μαζί» ; «Δεν θα έλθω, μου είπε. Πήγαινε μόνος σου. Ξέρω είναι καλύτερα. Πήγαινε στα σπίτια ,στις γειτόνισσες που τόσο αγαπάς . Σε περιμένουν». Έφυγα συγκινημένος. Άφησα το αυτοκίνητο στη Ρίπαζη. Που να το φανταζόμουν πως θα ερχόμουν με αυτοκίνητο εδώ πάνω. Μοιάζει με θαύμα, με το μεγαλύτερο πρωταπριλιάτικο ψέμα της… οικουμένης. Εδώ στη Ρίπαζη είχε μεγάλες πέτρες, είχε παλιούρια, είχε γαϊδουράγκαθα, είχε γκοριτσιές, είχε σπέρδουκλα [ ασφόνδυλοι], που τρώγανε τα γίδα του Θωμά Ληγόρη τα βράδια που μαζεύονταν λίγο πριν το άρμεγμα. Δίπλα κάτω από το δρόμο το σπίτι του. Ωραίο σπίτι. Με παράθυρα, μεγάλη πλακόστρωτη αυλή. Με τριανταφυλλιές, με λουλούδια και κήπο. Νοικοκυρά η Θωμέσια, γυναίκα Θωμά-Ληγόρη, και οι κόρες της η Τσεβή και η Μάχη. Είχαν πολλές αγκινάρες δίπλα από το φράχτη του κήπου. Κολλητά προς βορρά ήταν μαντρί. Είχαν πολλά γίδια. Και τώρα.. Τώρα στέκομαι ευλαβικά μπροστά. Τώρα ερείπια. Ερείπια. Πεσμένη στέγη, μισογκρεμισμένοι τοίχοι, παρμένα τα παράθυρα και η πόρτα. Πουλήθηκε το σπίτι. Πουλήθηκε ο υπόλοιπος κήπος. Έχει γίνει περίφραξη με συρματόπλεγμα….όχι με παλιούρια[ ντρίζα] , όπως τότε. Το νοικοκυριό κόπηκε στα δύο. Βούρκωσα.

Με σκυμμένο κεφάλι πήγα προς το σπίτι του Κοσμά Πήλιου, που είναι από πάνω. Ποιο σπίτι; Δεν υπάρχει έχει χαθεί από προσώπου γης. Στη θέση του είναι νέο, μοντέρνο κτίριο του Γιώργου Καρρά. Ενοικιαζόμενα δωμάτια λέει. Ναι όπως το διαβάσατε. Με σταυρωμένα τα χέρια μου, ακίνητος, με σκυμμένο κεφάλι δεν μπορώ να το πιστέψω. Εδώ ήταν ένα απλό σπίτι με ένα χώρισμα στη μέση. Δεξιά καθώς έμπαινες ήταν το τζάκι και αριστερά ο χώρος υποδοχής…. «το υπνοδωμάτιο». Ο κήπος πολύ μεγάλος, μεγάλη έκταση. Και ο φούρνος βέβαια και το κοτέτσι. Έμεναν ο Κοσμά Πήλιος και η αθυρόστομη γυναίκα του Ελένη. (Μμ…Λένα) .Εκεί έζησε η κόρη της Φωτεινή με τον άντρα της τον Πήλιο Δημάκα και η οικογένεια τους. Ο Πήλιο Δημάκας ήταν ο πρώτος μετανάστης του χωριού. Πήγε στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Το σπίτι με το κτήμα το πούλησαν στον Καρρά. Ευτυχώς έγκαιρα είχα τραβήξει φωτογραφίες όλα τα σπίτια του χωριού. Έτσι από ένστικτο το έκανα. Ή γιατί προέβλεψα ότι σιγά- σιγά θα φθάναμε εδώ που φθάσαμε. Την οριστική βολή έδωσε ο σεισμός του 1979. Γυρίζοντας να φύγω απέναντι, μπροστά μου είδα την « πάνω ποριά της   λιοφάτας» του δικού μου κήπου, του πατρικού μου σπιτιού . Προχώρησα. Ή πιο σωστά πήγα να μπω στον κήπο . Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό, ένα σφίξιμο στην καρδιά. Όχι είπα. Δεν θα μπω στο πατρικό. Δεν το αντέχω. Φθάνει για σήμερα. Θα έλθω αύριο, κάποια άλλη μέρα. Γύρισα στο αυτοκίνητο και πήρα τον κατήφορο…

.Ώρα έντεκα και μίση βράδυ. Μόλις γύρισα. Είχα πάει στην εκκλησία. Τα ίδια άτομα και λίγοι περισσότεροι. Έβαλα το μαγνητόφωνο και απόψε. Έτσι για ανάμνηση. Να θυμόμαστε τους ψάλτες, τους παπάδες. Έβγαλα και άλλες φωτογραφίες. Τους μεγαλύτερους σε ηλικία και νεότερους. Τα χρόνια θα περάσουν και πίσω από τις φωτογραφίες θα διαβάζουν :Φωτογραφία Χρήστου Στεφ. Ευαγγέλου Πάσχα 2009….

  1. ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ 15/04/09 : Ξύπνησα αργά. Είχε καλή μέρα . Ή πιο σωστά είχε στην αρχή, γιατί σιγά- σιγά έκαναν την εμφάνιση τους σύννεφα με επιθετικές διαθέσεις, θυμωμένα….Πήραν τη θέση τους στον ουρανό και προσπαθούσαν να καλύψουν τον ήλιο. Και μερικά το κατάφεραν έστω και για λίγο. Νόμιζες πως ετοιμάζονταν για πόλεμο. Να και ο δυνατός αέρας από την Κέρκυρα. Στεκόμουν στο μπαλκόνι. Παρακολουθούσα…Ένα σύνθημα χρειαζόταν, μια σπίθα. Και αυτή δόθηκε από μακριά από τη θάλασσα με ένα κεραυνό. Μύριζε βροχή…Έμεινα αμήχανος όρθιος με τα χέρια στα κάγκελα. Τι θα απογίνει; Θα βρέξει; Δεν θα βρέξει; Θα πολεμήσουν εδώ στον ουρανό της Πλαταριάς ; Άρχισαν να πέφτουν σαν σφαίρες οι σταγόνες της βροχής. Εδώ μπροστά μου περιμένουν τα αγριολούλουδα, τα αγριόχορτα, να δεχτούν την ευλογημένη βροχή. Πράσινο. Πολύ πράσινο, παντού πράσινο. Άνοιξη με …πατέντα. Δυνάμωσε η βροχή και μπήκα σπίτι. Δεν μπόρεσα να πάω στο χωριό. Έγραψα, διάβασα…Το βράδυ στην εκκλησία. Ακόμη περισσότεροι απόψε. Δεν πήγα στους ψάλτες. Πήγα σε μία γωνία. Είχα κλείσει τα μάτια και βρισκόμουν σε μια από εκείνες τις Μ. Τετάρτες. Αφέθηκα .Ψάλτης ο Βασίλ- Γιάννος και καντηλανάφτης – ψάλτης ο αδελφός του Πήλιο Γιάννος.. Συγχωρέστε με ,αλλά είμαι άρρωστος με το παρελθόν.
  2. ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΤΗ 16/04/09 : Ξύπνησα νωρίς. Είχα βάλει το ρολόι. Ήθελα πρωί με τη δροσιά να πάω στο χωριό. Και πήγα……….. Είναι Μεγάλη Πέμπτη και οι νοικοκυρές βάφουν τα αυγά της Μεγάλης Πέμπτης. Ιεροτελεστία. Αυγά δικά μας. Τη βαφή (το μπακάμι) το αγοράζαμε με αυγά από το μπακάλη του χωριού. Ήταν σε μικρά φακελάκια με ζωγραφιά δύο κόκκινα αυγά. Τα θυμάμαι καλά. Οι μανάδες άναβαν φωτιά και έβαζαν την πιο παλιά κατσαρόλα. Έβαφαν τόσα αυγά ,όσοι οι νοματαίοι της οικογένειας και ένα για το εικόνισμα. Καθένας στην Ανάσταση είχε μαζί του το αυγό της Μεγάλης Πέμπτης. Μόλις έλεγε ο παπάς Χριστός Ανέστη τσουγκρίζαμε χαρά μεγάλη αν το αυγό έβγαινε γερό…και νικούσαμε, σπάγαμε το αυγό του άλλου. Αν μας το έσπαγαν κλαίγαμε. Εμείς τα παιδιά διαλέγαμε τα μικρά αυγά. Ο πατέρας μου έλεγε, ότι τα μικρά είναι σαν τις πέρδικας, και είναι πιο δυνατά.

Σήμερα πήγα στο σπίτι του Κοσμά Μπατζιά, στον Μιχάλη Χαρίση, στο Κίτσο Τόλη. Στεκόμουν στο καθένα χωριστά. Να ο φούρνος. Να το κονάκι. Μπήκα μέσα. Να η βάτρα ,να το ντουλαπάκι, να η πιατοθήκη στον τοίχο. Να το καντήλι και το αυγό της Μεγάλης Πέμπτης. Στεκόμουν στο καθένα χωριστά και έκλεινα τα μάτια. Να ένας- ένας οι γονείς, τα παιδιά.

Συναισθηματικά φορτισμένος δεν άντεξα να πάω ……«για χρόνια πολλά» σε άλλα σπίτια. Η Ελένη διέκρινε την επίδραση που είχε η επίσκεψή μου αυτή, σαν γύρισα σπίτι. «Άντε να σου φτιάξω ένα καφέ» μου είπε. «Το θέλω πολύ» απάντησα Δεν ήταν κανείς στο χωριό ,της είπα, με σκυμμένο κεφάλι». Πίνοντας τον καφέ έγγραφα κιόλας.

Το βράδυ πήγα στην εκκλησία. Ήθελα να ακούσω όλα τα Ευαγγέλια. Να ζήσω τη σταύρωση του Θεανθρώπου. Πάντα έχει κόσμος τη Μ. Πέμπτη. Είχε και απόψε. Όμως που είναι ο παλιός μπροστινός πολυέλαιος με τις δώδεκα μισές λαμπάδες ; Συγκινητική , δύσκολη βραδιά για μένα. Τι σχέση έχει τούτος ο μεγάλος πολυέλαιος ,σαν τεράστια υδρόγειος σφαίρα; Σφαιρικός με ψεύτικα στολίδια και ηλεκτρικά κεριά. Σβήνει- ανάβει με ένα διακόπτη, κλικ-κλικ…. Ενώ εκείνος. Σε εκείνο έσβηναν λαμπάδα τη λαμπάδα μόλις τελείωνε το κάθε Ευαγγέλιο. Ο Πήλιο Γιάννος άφηνε το ψαλτήρι πήγαινε στη γωνία του γυναικωνίτη ,που είχε το καλάμι με τον λαμαρινένιο κώνο, και προσεκτικά, ευλαβικά καπέλωνε τη λαμπάδα, έσβηνε το κερί. Είχα την αίσθηση πως ήταν πνιγμός. Το κρατούσε λίγο και μόλις έσβησε το σήκωνε και τον πήγαινε στη θέση του. Η λαμπάδα άφηνε λίγο καπνό, έτσι σαν πνιγμένη κραυγή. Αυτό έκανε Ευαγγέλιο το Ευαγγέλιο. Με ανακούφιση βλέπαμε να σβήνει ένα -ένα. Ξέραμε πόσα Ευαγγέλια είπε ο παπάς και πόσα είχε ακόμη. Στεκόμαστε όλα τα παιδιά στη γραμμή ακίνητα και στα δώδεκα ευαγγέλια. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο. Μετά το 6ο   η Σταύρωση του Χριστού. Άλλη κορυφαία στιγμή του θείου δράματος. Χωρίς να το θέλω κάνω τη σύγκριση. Τούτος ο Χριστός είναι καινούργιος. Που είναι ο παλιός; Και γιατί τον άλλαξαν; Δεν θα έπρεπε να φυλαχτούνόλα τα παλιά ;. Τελικά υπάρχουν; Για μένα τα ερωτήματα είναι αμείλιχτα. Τον παλιό σταυρό του στέριωναν στον αρμό μεταξύ δύο πλακών του δαπέδου. Προσπαθούσαν να τον στηρίζουν με πετραδάκια σφήνες. Χτυπούσαν ξανά και ξανά δυνατά, σιγά , πιο δυνατά, πιο σιγά, πιο μαλακά με μεγαλύτερη πέτρα γκάπα- γκούπα. Είχα την αίσθηση ότι ήταν ο αντίλαλος   των καρφιών που κάρφωναν τον Χριστό. Ο αντίλαλος καθαρός δυνατός, πένθιμος γέμιζε την εκκλησία. Χρειαζόταν προσπάθεια να τα καταφέρουν γιατί το βάθος τον αρμών ήταν μικρό. Ο σταυρός είχε θήκη για λαμπάδες. Τον Χριστό τον έδεναν με σπάγκους στο σταυρό. Ο… νέος Χριστός είναι καρφωμένος και οι λαμπάδες έχουν κανονικές υποδοχές. Και η στήριξη του σταυρού έτοιμη με μεγάλη βάση να μη τουμπάρει. Πάλι γκρίνια; Πάλι το παρελθόν; Ναι. Θα προτιμούσα να ήταν εκείνος ο Χριστός, εκείνος ο Σταυρός. Θα είχαν μεγάλη αξία. Καλές είναι οι αλλαγές αλλά να γίνονται σιγά -σιγά και να μην πετάμε τα παλιά. Όσο πιο παλιά τα αντικείμενα των εκκλησιών τόσο το καλύτερο…Και το μόνο παλιό που έχει απομείνει είναι οι τοιχογραφίες στο ιερό της εκκλησίας των Ταξιαρχών. Αλλά και αυτές σιγά καταστρέφονται. Έμεινα μέχρι τέλους. Δεν γινόταν να χάσω έστω και ένα Ευαγγέλιο.

Απέναντί μου ήταν ο Πήλιο Γιάννος . Έμεινε μέχρι την Σταύρωση και έφυγε. Με την φυσική του παρουσία η επιστροφή μου, η αναδρομή μου και η σύνδεση με εκείνα τα χρόνια είχε γίνει ήταν δυνατή, έντονη, εξαιρετικά συγκινητική μέσα στην εκκλησία.

  1. ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 17/04/09: Ξύπνησα αργά. Είχα αποφασίσει να πάω στο στόλισμα του Επιταφίου. Θυμήθηκα πως το στολίζαμε τότε. Όλα τα παιδιά μαζεύαμε αγριολούλουδα στους κήπους, στην Κέτα, στον κάμπο. Κάθε λογής λουλούδια. Και είχε τόσα πολλά . Κίτρινα του σπάρτου από το βουνό, του σιναπιού από τον κήπο, του ραδικιού από τον ελαιώνα, του αγριονούφαρου από τα βαρικά χωράφια. Ροζ-μωβ- άσπρο του άγριου τριφυλλιού από τον κάμπο. Παπαρούνες κόκκινες και κρίνα άσπρα και μωβ από τους κήπους για τις τέσσερις γωνιές , τις κορυφές του Επιταφίου. Και φασκόμηλο που μοσχοβολούσε. Και άνθη λεμονιάς. Και δεντρολίβανο. Και βέβαια τα μωβ τσαμπιά-λουλούδια της γλυσίνας, που τότε τη λέγαμε « πασχαλιά». Οι κίτρινες και άσπρες μαραγαρίτες, αλλά και ήμερες άσπρες …της Αστυνομίας. Τα κεφαλάκια τους τα κορίτσια με υπομονή τις περνούσανε από κλωστή και φτιάχνανε γιρλάντες για τις τέσσερις πλευρές του επιταφίου. Και βέβαια πώς να ξεχάσω τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα του Χαρίλαου του μπακάλη. Υπάρχουν ακόμη οι τριανταφυλλιές. Είχαν της φωτιάς το κόκκινό παναθεμάτες. Μειονέκτημα ότι έπεφταν εύκολα τα πέταλά τους…

Συμμετείχαμε όλοι με εντολή δάσκαλου. Το στόλιζαν τα μεγαλύτερα παιδιά. Κακοφτιαγμένος ; Ίσως. Ή καλύτερα σίγουρα είχε ατέλειες. Ήταν όμως γνήσιος, απλός, δικός μας επιτάφιος από τα δικά μας λουλούδια, φτιαγμένος με μεράκι και αγάπη από τα δικά μας χέρια, από τα παιδιά μας. Και τώρα ; Τώρα δεν υπάρχουν παιδιά. Ή πιο σωστά τα παιδιά δεν φέρνουν λουλούδια. Δεν συμμετέχουν. Μετά ο τόπος μίκρυνε. Χτίστηκαν σπίτια, περιφράχτηκαν από τους νέους αγοραστές. Οπότε ; Οπότε αγόρασαν γαρύφαλλα και άλλα λουλούδια που μοιάζουν ψεύτικα, που δεν μυρίζουν…Με αυτά στόλισαν τον επιτάφιο . Μπορεί να είναι όμορφος ,αλλά κάτι του λείπει…Με τις σκέψεις αυτές δεν πήγα στον στολισμό. Έχω μεγαλώσει πια. Η δική μου σειρά τελείωσε. Προτίμησα να περπατήσω τους τόπους που μαζεύαμε λουλούδια και να ζήσω επιτόπου το πώς τρέχαμε ,για το ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα και καλύτερα, τα ομορφότερα. Έβγαλα και φωτογραφίες των λουλουδιών. Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν.

Ξύπνησα νωρίς. Δέκα η ώρα ήταν η αποκαθήλωση. Δεν γινόταν να μην πάω. Χάνονται τέτοιες στιγμές ;.Μπήκα στην εκκλησία με ανάμεικτα συναισθήματα. Έκατσα σε μία γωνία σιωπηλός, αμίλητος και περίμενα. Ο Επιτάφιος δεν ήταν έτοιμος στην αποκαθήλωση . Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καμία σχέση με τους κτύπους της καμπάνας που τη συνόδευε. Κλαίγαμε τότε, πονούσαμε. «Πέθανε ο Χριστός μας», λέγαμε. Μου είναι αδύνατον να μην κάνω συνεχώς συγκρίσεις. Ήταν τότε καλύτερα ή τώρα; Δεν ξέρω. Τότε πιστεύαμε και γέμιζε η ψυχή μας. Ίσως δεν ξέραμε δεν ψάχναμε. Τώρα είναι όλοι ψαγμένοι. Η θρησκεία πια δεν συγκινεί. Φοβάμαι πως το κενό που έχει δημιουργηθεί είναι μεγάλο. Το γιατί και το πώς φτάσαμε εδώ είναι άλλη ιστορία. Περίμενα… Πάλι το χαβά μου. Επιστροφή. Εκεί όλο επιστροφή .Όπισθεν ολοταχώς… Έκλεισα τα μάτια και να η αποκαθήλωση της παιδικής μου ηλικίας. Έμενα εκεί σταθερά με τα μάτια κλειστά σαν να κοιμόμουν καθιστός. Να ο Παπαλέξης με τον Χριστό στον ώμο του τυλιγμένο με άσπρο σεντόνι. Κάτωχρος, πελιδνός προχωρά με αργά βήματα προς το ιερό. Ο Σταυρός είναι καρφωμένος. Έμεινα μέχρι τέλους. Τελείωσε περίπου 11 η ώρα. Έβγαλα φωτογραφίες τον Επιτάφιο. Τράβηξα και με την κάμερα ,όχι μόνο τον επιτάφιο και άλλα στιγμιότυπα, αλλά όλους έναν -έναν σε κοντινά πλάνα, έτσι σαν φωτογραφίες. Το έκανα αφού πρώτα με ένα απλό νεύμα ζητούσα την άδειά τους. Δεν μου αρνήθηκε κανείς. Θέλω να τους έχω, να υπάρχουν . Που θα τους εύρισκα όλους μαζί. Μετά από κάποια χρόνια θα αποτελούν ντοκουμέντο. Να κρατήσω ότι μπορώ…Εμείς για τους προγόνους δεν έχουμε στοιχεία και προσπαθώ χρόνια τώρα να μαζέψω από εδώ και από εκεί σκόρπια.

Και η περιφορά του Επιταφίου ; Αχ η περιφορά του Επιτάφιου. Γινόταν μάχη ποια αγόρια θα το κρατήσουν, θα το μεταφέρουν. Ήταν τιμή «, «έχπαινος», όπως έλεγε ο πατέρας μου. Συνήθως διάλεγαν τα γεροδεμένα παιδιά . Και ήταν λογικό γιατί είχε βάρος και η απόσταση σημαντική. Ήθελα πολύ, πάρα πολύ να «τον κρατήσω και εγώ». Ήμουν όμως μικροκαμωμένος και αδύνατος. Δεν με έβαζαν. Τα κατάφερα όμως στην Εβδόμη ή στην Ογδόη Γυμνασίου. Ήταν όμορφο να μεταφέρεις τον Θεάνθρωπο νεκρό , μέσα στη νύχτα και να σε ακολουθούν ο παπάς, οι ψάλτες και όλοι οι χωριανοί. Και η αποκορύφωση ήταν όταν περνούσαν όλοι κάτω από τον επιτάφιο. Όλοι. Όλοι και όλες. Και το κορίτσι « που αγαπούσαμε» χωρίς να το ξέρει κανείς, χωρίς να το έχεις πει πουθενά. Μόνο εσύ το …ήξερες. Μετά αφαιρούσαν τα λουλούδια από τον Επιτάφιο. Ορμούσαν όλοι να πάρουν τα καλύτερα. Ασχήμια, αλλά έτσι ήταν το έθιμο. Φώναζε ο Παπαλέξης αλλά ποιος να τον ακούσει. Στο τέλος έμεναν πολλά . Όλοι φεύγοντας για το σπίτι κρατούσαν λουλούδια για το εικονοστάσι. Το κρατούσαν όλο το χρόνο, μέχρι « του χρόνου», μαζί με το κόκκινο αυγό της Μ. Πέμπτης. Προσπαθούσαμε να πάρουμε ένα τριαντάφυλλο, ένα κρίνο για να το δώσουμε στο…κορίτσι που …αγαπούσαμε… Αν …. εν αγνοία της το έπαιρνε ή από … ντροπή εμείς λέγαμε…το πήρε, το δέχτηκε…Ναι έτσι τόσο απλά, τόσο άδολα, τόσο αγνά…

Και εφέτος ; Εφέτος δεν υπήρχαν παιδιά να τον « κρατήσουν». Κανένα ενδιαφέρον. Ήταν λέει πολύ βαρύ και δεν μπορούσαν. Έκαναν ένα γύρο στην εκκλησία και μέχρι την παραλία. Ξαφνικά επέστρεψαν γιατί δεν άντεχαν…Οποία απογοήτευση…Πικράθηκα. Ας είναι… Ελπίζω να μην ξανασυμβεί…Τράβηξα φωτογραφίες . Χρησιμοποίησα την κάμερα. Με υπομονή και επιμονή περίμενα και αποθανάτισα όλους , έναν-έναν, καθώς προσκυνούσαν και περνούσαν κάτω από τον επιτάφιο.

Και κάτι ακόμη. Εντύπωση μου κάνει το γεγονός ότι όταν χτυπά πένθιμα η καμπάνα ο σκύλος στην γειτονιά αλυχτάει λυπητερά, ή πιο σωστά κλαίει. Σου ραγίζει την καρδιά. Λες και θρηνεί κάποιον ανεξάρτητα αν είναι χαρμόσυνοι οι ήχοι ή είναι ήχοι, χτύποι πένθους. Μπορώ να πω ότι συγκλονίστηκα και το συζήτησα με τον αδερφό μου τον Βαγγέλη. Έχουν δυο σκυλιά και μου είπε ότι και αυτά αλυχτούν όταν ακούν καμπάνα. Ανεξήγητο.. Δεν ξέρω. Το σίγουρο είναι το γεγονός ότι τα ζώα πονούν, υποφέρουν θέλουν αγάπη συντροφιά. Οι άνθρωποι δεν τους την δίνουν πάντα και ίσως τη ζητούν από το υπερπέραν από τον ίδιο το θεό.

8.ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 18/04/09 :Μια χαρά μέρα…Άνοιξη Πλαταριώτικη…Ξύπνησα αργά. Συνταξιούχος πια σε ποιον να δώσω λογαριασμό. Βγήκα στο μπαλκόνι και είχε αεράκι κερκυραϊκό. Ήσυχο, απλό ταπεινό. Ίσια που το ένιωθαν τα καλάμια εδώ στο ρυάκι. Ίσια, έτσι ψιλά και λυγερόκορμα, έτσι ευαίσθητα που είναι με το παραμικρό …αναρριγούν. Εγώ νόμιζα πως χαιρετούσαν, καλημέριζαν εμένα. Κούνησα το κεφάλι, σήκωσα τα χέρια και τα χαιρέτισα…Καλομαθημένοι οι σπουργίτες περίμεναν στο μαντρότοιχο το μουσκεμένο ψωμί που κάθε μέρα τους δίνω. Αυτά ξυπνούν από τα χαράματα. Τα χελιδόνια πάνω, κάτω, δεξιά, ζερβά, λοξά, διαγώνια έτρεχαν να πιάσουν κουνούπια.

Κάναμε τα ψώνια της Πασχαλιάς με την Ελένη. Έβαψε τα αυγά του Μ. Σαββάτου. Έτσι όπως η μάνα μου. Πήρα μισό αρνί από το χασάπη. Το πήρα με μεγάλη λύπη, με τρεμάμενα χέρια…. Θεέ μου τέτοια μέρα κάθε σπίτι έσφαζε το κατσίκι του, το αρνί του, ανάλογα με ότι είχε. Μυσταγωγία η διαδικασία. Αλησμόνητη. Ένιωσα ντροπή. Ο πατέρας προσπαθούσε να μου μάθει να σφάζω το «αρνί της Λαμπρής». « Είσαι άντρας , θα κάνεις οικογένεια και είναι ντροπή να μην ξέρεις να σφάζεις» μου έλεγε. Δεν τα κατάφερα ποτέ μου να σφάξω.[ Την έχω γράψει λεπτομερώς την ιστορία του σφαξίματος του πασχαλινού αρνιού σε προηγούμενο κείμενο μου με τον τίτλο :Το “Κατσίκι της Λαμπρής”. Να μου επιτρέψετε να σημειώσω ,ότι με αυτό το διήγημα, είχα κερδίσει τον τρίτο βραβείο σε πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος που είχε διοργανώσει ο Φυσιολατρικός Σύλλογος Πατρών].

Πήγα το μισό κατσίκι στην Ελένη σχεδόν τρέχοντας. Μία φωνή μέσα μου με πίεζε να τρέξω στο χωριό , στο σπίτι μου , στην ελιά που ο πατέρας έσφαζε το δικό μας κατσίκι. Δεν άντεξα …. Πήγα σχεδόν κυνηγημένος. Επισκέφτηκα τα σπίτια του Τάση Πέτρου, του Κοσμά Ζώη, του Μπελεγρίνου (Το κόκκινο σπίτι), του Γκρέκου., του Μήτρου και Γεράσ- Αρσένη. Περπάτησα στους κήπους, μπήκα μέσα και στάθηκα εκεί που έσφαζαν το Μ. Σάββατο. Υπάρχουν ακόμη οι ελιές, οι αμυγδαλιές που τα κρέμαγαν για να τα γδάρουν. Υπάρχουν ακόμη στους τοίχους μπηγμένα τα κομμάτια ξύλα ή σίδερα για όσους δεν είχαν δέντρα. Το σπίτι μου το άφησα τελευταίο. Έκατσα κάτω από την ελιά . Έχει μεγαλώσει… Έκατσα στο πεζούλι της. Έσκυψα το κεφάλι , το έβαλα στα δυο μου χέρια και με πιάσανε κλάματα.. Που είναι το νοικοκυριό μας, που είναι οι κήποι, η αυλή, τα ζώα μας, το νοικοκυριό μας, που είναι τα αδέλφια μου, που είναι οι γονείς μου, η μάνα μου, ο πατέρας μου .Όλα έχουν γίνει ρημαδιό. Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω. Θεέ μου πώς να ξεχάσω τούτο τον τόπο.   Θεέ μου κάνε να κρατήσει τούτη η « αρρωστημένη μου αγάπη»  ώσπου να πεθάνω.

….Και οι αναμνήσεις δεν έχουν τελειωμό…. Με πιέζουν…Πήρα τον κατήφορο για την παραλία. Σαν έφθασα στα μαγαζιά στάθηκα στο ….μπακάλικο του νουνού μου του Χαρίλαου. Πήγαινα για να μου δώσει τη λαμπάδα. Ναι τη θυμάμαι. Χρωματιστή. Λωρίδες κόκκινο, μπλε, πράσινο, γαλάζιο. Απορούσα πως τις έφτιαχναν τόσο όμορφες. Μου έδινε και καραμέλες “Αστακός”. Πόση χαρά ένιωθα. Πόσο γλυκές ήταν αυτές οι καραμέλες. Οι μεγάλοι αγόραζαν σκέτες λαμπάδες. Άσπρες. Μα ήταν ακριβές. Υπήρχαν και οι κίτρινες οι πιο φθηνές. Τις αγοράζαμε με αυγά. Οι κότες ,λες και το ήξεραν, γεννούσαν την άνοιξη. Έπεφταν και κλώσες…Άνοιξη ήταν . Άνοιξη Θεέ μου. Γύρισα σπίτι με γλυκιά κούραση μέχρι μέσα το μεδούλι μου. Πήρα αμέσως χαρτί και μολύβι, να γράψω.

Πήγα στην Ανάσταση. Δεν κοιμήθηκα. Τότε κοιμόμαστε νωρίς και περιμέναμε να χτυπήσει η καμπάνα να μας ξυπνήσουν. Βιαστικά, βιαστικά ρίχναμε λίγο νερό στα μούτρα , βάζαμε μάνι-μάνι ότι καινούργιο είχαμε και με το αυγό της Μ. Πέμπτης στη τσέπη … δρόμο για την εκκλησία. Ήταν σκοτάδι, ήταν νύχτα , ήταν κατήφορος και έπρεπε να προσέξουμε. Και όμως μπορούσαμε να περπατήσουμε με κλειστά μάτια. Ξέραμε πολύ καλά πόντο-πόντο το δρόμο, το σοκάκι. Κατάνυξη, ταπεινότητα, ευλάβεια, αναμμένα κεριά, μυσταγωγία, αγωνία, προσμονή…γέμιζαν την ψυχή μας. Τώρα ; Τώρα …Ευτυχείς όσοι ζήσανε τέτοιες Λαμπρές, τέτοια Πάσχα….

Δύο νύχτα .Έμεινα μέχρι τέλους. Όπως τότε. Και μένανε αρκετοί. Τώρα έφυγαν όλοι. Έγινε θέαμα πια η Ανάσταση. Συνοδεύεται και από βεγγαλικά. Τα ίδια έγινα και απόψε.. Μετά το Χριστός Ανέστη “δρόμο για την μαγειρίτσα” και για τηλεόραση. Να δούμε τα πανηγυρικά του κάθε καναλιού. Τότε όλα ήταν διαφορετικά. Κατάνυξη. Κεριά, λαμπάδες. Τσουγκρίζαμε το αυγό και ανταλλάσσαμε το φιλί της Πασχαλιάς, της Λαμπρής. Κρατούσαμε νηστεία και η λαχτάρα μας ήταν «να φάμε κρέας». Έδινε άλλο χρώμα, μεγάλωνε την επιθυμία μας και καταλαβαίναμε Πάσχα. Σήμερα τι αίσθηση να σου κάνει ; Έχουμε τα πάντα. Υπάρχει αφθονία και μάλιστα παράκαιρα.

Με την επιστροφή στο σπίτι η μάνα είχε φτιάξει σκώτια τηγανιτά και ντολμά. Ο ντολμάς ήταν φαγητό του φούρνου. Αποτελείτο από σπανάκια, συκωταριά και τηγανιτά κομματάκια ψωμί. Το πετύχαινε η μάνα. Άρεσε πολύ στον πατέρα. Εμείς παιδιά δεν το τρώγαμε. Είχαμε «μπεζερίσει» το σπανάκι. Οι άντρες του σπιτιού έπιναν δυο- τρία ρακοπότηρα ούζα. Κάπνιζαν και ένα τσιγάρο. Το σήκωναν τέτοιες μέρες. Η μάνα ετοίμαζε το κρέας. Με το τσεκούρι το έκοβε μικρές μερίδες. Κανένας δεν σούβλιζε το σφακτό του. Δεν συνέφερε. Με αυτό το κρέας έπρεπε να βολευτεί η οικογένεια μέχρι του Θωμά. Το μαγείρευε όλο , το έκανε στην κατσαρόλα κοκκινιστό και έτσι δεν χαλούσε. Λίγο ζουμί , λίγο κρέας με πατάτες μακαρόνια, ρύζι ή τουμάτσα (χειροποίητες χυλοπίτες) βολευόμαστε .

Αλλά τα υπόλοιπα αύριο.

  1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 19/04/09 : Σηκώθηκα σχετικά νωρίς .Εδώ και λίγα χρόνια πηγαίνω σε όλα τα σπίτια και όπου συναντώ το ψήσιμο του αρνιού βγάζω φωτογραφίες. Πήγα μέχρι τα μαγαζιά. Όλα κλειστά. Γύρισα απογοητευμένος. Λυπημένος. Έτσι χωρίς λόγο ή για όλους τους λόγους. Ο καφές μου ήταν έτοιμος. Έτσι και αλλιώς εγώ το πίνω κρύο, να κατακάτσει. Δεν πίνω τα «κατάπατια» όπως έλεγε και ο γιος μου ο Στέφανος. Μου είχε και μια έκπληξη η Ελένη. Έφτιαχνε μακαρονόπιτα. «Με την συνταγή λέει, που έχω πάρει από τη μάνα σου» μου είπε. Είχε βάλει κιόλας στο φούρνο κρέας με ρύζι και μυρωδικά και αυτό συνταγή της…. πεθεράς της. Είναι το περίφημο «μπριάνι». Αμέσως έφτιαξε το κέφι μου. Τα ίδια έκανε και η μάνα μου. Η παρουσία της έγινε άμεσα έντονη. Οι εικόνες, οι μνήμες ήλθαν χορεύοντας, γελώντας. Μα εγώ δεν κρατήθηκα. Έβαλα τα κλάματα. Χόρτασα από την προσφορά της Ελένης. Με ξελόγιασαν οι αναμνήσεις. Αλήθεια πως γίνεται και αλλάζει η ψυχοσύνθεση σου, να νιώθεις την αύρα της ευτυχίας με απλά, πολύ απλά και τιποτένια πράγματα. Αλήθεια γιατί να μην ζούμε με αυτά που έχουμε και θέλουμε να κατακτήσουμε τα πάντα; . Δεν πήγα σε συγγενείς. Δεν ήλθαν. Δεν ανταλλάξαμε αυγά. Δεν ανταλλάξαμε φαγητά. Ναι έτσι γινόταν. Οι μανάδες έβγαζαν πάντα ένα πιάτο από το φαγητό που είχαν φτιάξει και το έστελναν με το παιδί στη γειτόνισσα. Εκείνη το επέστρεφε με το δικό της φαγητό. «Μπριάνι», κατσίκι με πατάτες, κατσίκι με μακαρόνια, αρνί πιλάφι.. Γαλατόπιτα με φύλλο από πάνω σε πιέτες που άφηναν ακάλυπτο …. ένα κύκλο στη μέση τον οποίο κάλυπταν με αυγό ομελέτα. Είχες την εντύπωση ότι ήταν ένας μικρός ήλιος στο ταψί… Γαλατόπιτα με καλαμπόπετσα από κάτω (λιακουρίτ= γυμνή), αγκινάρες με κουκιά, σκωτάκια στο φούρνο με ρίγανη, ντολμάς, ντρογάτσια (καλαμποκάλευρο με φρέσκα κρεμμύδια- κρεμμυδόπιτα), κρέας με ρύζι στην κατσαρόλα. Και φρέσκο ψωμί σε καρβέλια.

Καθίσαμε για φαγητό αργά, ώρα τρεις. Αισθητή η απουσία των παιδιών. Λίαν αισθητή. Τότε οι άνθρωποι ξεκινούσαν από την άκρη του κόσμου να γιορτάσουν οικογενειακά με τους γονείς τους. Όλοι μαζί στο οικογενειακό τραπέζι. Σήμερα απόμειναν μόνοι οι γονείς, γέροι, γριές στα χωριά ,που έχουν ερημώσει. Τα παιδιά δεν έρχονται. Δεν έχουν αναμνήσεις. Δεν έχουν στερηθεί. Είναι το τίμημα της προόδου της παγκοσμιοποίησης της αστυφιλίας. Άλλη μια πονεμένη θλιβερή ιστορία.

Το απόγευμα ξανά εκκλησία για την Δεύτερη Ανάσταση. Μετρημένοι στα δάχτυλα οι εκκλησιαζόμενοι ή πιο σωστά οι ίδιοι και οι ίδιοι. Τηλεφώνησα σε γνωστούς, φίλους «Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά». Ελάχιστοι μου απάντησαν «Αληθώς Ανέστη». Έτσι σαν να ντρέπονταν, έδειχναν ξαφνιασμένοι. Τότε δίναμε τα χέρια, φιλιόμαστε σταυρωτά, λέγαμε δυνατά Χριστός Ανέστη- Αληθώς Ανέστη.

  1. ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 20/04/09 : Είναι παράδοση τη Δευτέρα του Πάσχα στην Πλαταριά να γίνεται η λειτουργία στην εκκλησία των Ταξιαρχών, στο παλιό χωριό. Είναι αρχαιότερη από αυτή του Αγίου Βασιλείου. Ήταν η εκκλησία μας για όσους κατοικούσαμε στο παλιό χωριό. Τα παράδοξο ήταν ότι άγιος των κατοίκων του παλιού χωριού ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Για το λόγο αυτό είχαμε πολλούς Νικόλαους. Οι κάτοικοι του κάτω χωριού είχαν τον Άγιο Βασίλη. Περιμέναμε με λαχτάρα κάθε χρόνο του την ημέρα. Να ανοίξει η εκκλησία, να γιορτάσει να χτυπήσει η καμπάνα χαρμόσυνα. Η καμπάνα που είχαν τρυπήσει με σφαίρα οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες ,επειδή άναβαν τα καντήλια οι χωριανοί. Κρίμα που πουλήθηκε. Οι γυναίκες σκούπιζαν, άσπριζαν ,άναβαν τα καντήλια. Ερχόταν οι χωριανοί. Οι ανήμποροι χρησιμοποιούσαν ζώα. Ευκαιρία και για ένα τρισάγιο στους πεθαμένους. Είχε και νεκροταφείο δίπλα. Τους πήραν από εκεί. Γιατί άραγε ; Τα   κόκαλα όλων τα έχουν θάψει σε κοινό τάφο στο νέο νεκροταφείο. Σεβόμαστε, αγαπούσαμε τους πεθαμένους, τους ανθρώπους μας, γιορτάζαμε μαζί. Συνήθιζα να αφήνω κόκκινο αυγό στο τάφο της οικογένειά μας…

Και σήμερα ; Σήμερα ήταν περίπου 20 άτομα. Πάλι καλά. Χάρηκα ιδιαίτερα γιατί αυτοί που είχαν έλθει ήταν παλιοί γείτονες της εκκλησίας. Τους είδα , μιλήσαμε τράβηξα φωτογραφίες χρησιμοποίησα κάμερα ευχηθήκαμε να είμαστε καλά να συναντηθούμε και του χρόνου.

Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

Πλαταριά 22 Απρίλη 2009

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τι κείμενο είναι γραμμένο το 2009 , αλλά και τώρα να το έγραφα θα έγραφα ίδια. Δεν έχει αλλάξει τίποτε ή πιο σωστά από τότε πέρασαν άλλα πέντε χρόνια και η νοσταλγία μου έγινε …πέντε χρόνια ακόμη μεγαλύτερη και πιο βαριά !!. Πλαταριά 2 Απρίλη 2015 !

About Χρήστος Ευαγγέλου