Ένα βράδυ στο αλώνι

Το αλώνι ήταν κοντά στο σπίτι. Υπερυψωμένο με «φόντο» το Ιόνιο. Φαινόταν καθαρά ο « Κάβος» και η Κέρκυρα. Μεγάλο , «γεροδεμένο», περήφανο αλώνι με μεγάλες χοντρές ακανόνιστες πλάκες στρωμένο και πεζούλι γύρω-γύρω φτιαγμένο από μερακλήδες μαστόρους. Στο κέντρο το ξύλο στο οποίο έδεναν τις τριχιές των αλόγων. Το στάρι δεμένο σε δεμάτια το κουβαλούσαν οι ίδιοι οι αγωγιάτες από την «Κέτα» ή τον κάμπο. Οι ίδιοι έκαναν και την τοποθέτηση των δεματιών και άρχιζε το αλώνισμα. Στο κέντρο και γύρω από το ξύλο ο αγωγιάτης να φωνάζει πότε με το άγριο ,πότε με τη γλύκα τα άλογα στο όνομά τους, να χτυπά στον αέρα το καμιτσίκι   και ο ήχος τους να περνά δίπλα από τα τεντωμένα αυτιά τους. Γύριζαν-γύριζαν αδιαμαρτύρητα και με τα πατήματά τους, με τα πέταλά τους το στάρι « λεφτερωνόταν »   από τα δεμάτια. Που και που ακουγόταν και ο   μεταλλικός ήχος του πετάλου όταν έβρισκε την πλάκα με κίνδυνο να γλιστρήσει το άλογο. Ο ιδρώτας όλο και περισσότερο απλωνόταν στα κορμιά και κάπου-κάπου ξεφυσούσαν λες από «νεύρα» για τον αγωγιάτη ή για να διώξουν τη σκόνη από τα ρουθούνια τους. Γνωστοί οι αγωγιάτες, αυστηροί, ολιγόλογοι. Φορούσαν πάνινο καπέλο με γείσο και κάτω από το καπέλο ένα μαντίλι που εξείχε προς το σβέρκο   για να προστατεύει από τον ήλιο ή αν δεν είχαν μαντίλι φορούσαν το καπέλο ανάποδα δηλαδή με το γείσο προς το σβέρκο.

Εμείς μικρά παιδιά θέλαμε πολύ να μας φωνάξουν κοντά τους και εκεί ανάμεσα από τα πόδια τους να μας δώσουν τα καμιτσίκι και να κάνουμε για λίγο τον «αγωγιάτη».Ποιος να μας προσέξει. Δεν ήταν δουλειές για παιδιά. Έτσι μας απόμενε απλά να παρακολουθούμε όλες τις εργασίες του αλωνίσματος.

Όταν έκριναν ότι «τα άλογα έκαναν τη δουλειά τους» τα έβγαζαν από το αλώνι ,σκέπαζαν τις ιδρωμένες πλάτες τους με τσουβάλια και τα άφηναν να περάσει λίγη ώρα για να τους δώσουν νερό και τροφή. Σειρά είχε το λίχνισμα με το μεγάλο ξύλινο πιρούνι, το «τρικούλι» για να διώξουν τα χοντρά άχυρα . Πετούσαν ψηλά με κλίση κόντρα προς τον δυτικό άνεμο   λίγο- λίγο τα πατημένα άχυρα   για να πέσει το στάρι στις πλάκες και το άχυρο να το παρασύρει ο αέρας προς ανατολάς. Όλο το χοντρό άχυρο μαζευόταν έξω από το αλώνι μετά το πεζούλι σε μεγάλο σωρό ύψους πάνω από δύο μέτρα. Μετά πάλι λίχνισμα        με το ξύλινο φτυάρι [«λιοπάτα»] για να φύγουν και τα ψιλά άχυρα , να καθαρίσει καλύτερα. Έτσι σιγά-σιγά απόμενε η ψίχα, « η ψυχή των σταχυών», ο καρπός, το γέννημα, ο «κόπος , το χρυσάφι στη χούφτα του γεωργού», το ψωμί της χρονιάς για την οικογένειά του. Απόμενε να γεμίσουν τα σακιά και να τα φορτωθούν οι γυναίκες για το σπίτι. Μετά από δύο-τρεις ημέρες έπρεπε   να κουβαλήσουν και το άχυρο στο καλύβι ή να το « στοιβάξουν» στο στύλο για τα βόδια και τα άλλα ζώα για τροφή το χειμώνα.

Και εμείς τα παιδιά περιμέναμε να παίξουμε στο άχυρο πριν το πάρουν. Παίρναμε λοιπόν φόρα από τις πλάκες του αλωνιού και πηδούσαμε στο σωρό του άχυρου   λες και ήταν θάλασσα, αχυρένια θάλασσα. Ένας-ένας με τη σειρά, ποιος θα πηδήσει πιο ψηλά και πιο μακριά. Πηγαίναμε σούρουπο σαν βασίλευε ο ήλιος ,σχεδόν κρυφά , για να μην μας πάρουν « χαμπάρι».«Βρομούσαμε» το άχυρο και δεν το έτρωγαν τα ζώα. Ιδρωμένοι λοιπόν, με άχυρα στα μαλλιά, στα ρούχα, στις τσέπες και με κόκκινα μάτια από τις σκόνες, το «μπουχό»,τρέχαμε στις μανάδες μας που πάντα ήξεραν να συγχωρούν.

Ήταν καλοκαίρι του 1952-1953.Ήμουν 9-10χρονών.Ειχαμε καλή σοδιά στα στάρια. Ήταν σειρά μας να αλωνίσουμε. Από το πρωί όλα πήγαιναν καλά αφού φύσαγε αρκετά. Το απόγευμα   έκοψε ο αέρας και οι αγωγιάτες δεν μπορούσαν να λιχνίσουν. « Θα περιμένουμε μέχρι αύριο είπε ο πατέρας. Απόψε θα κοιμηθώ στο αλώνι δίπλα στο στάρι. Φοβάμαι μην φάνε τα ζώα το γέννημα».Πήρε την πιο παλιά ψάθα , το κιλίμι και το μαξιλάρι. Πήρε και την «μπούκλιζα » [ φλασκί] με νερό . « Με πιάνει κόμπος καμιά φορά τη νύχτα και πνίγομαι» έλεγε.« Να κοιμηθώ και εγώ μαζί σου ;» είπα στον πατέρα. Καλοκάγαθος άνθρωπος, πράος δεν μου το αρνήθηκε.«Να βάλεις κανένα μακρύ παντελόνι από τα δικά μου για να μη κρυώνεις και μακρύ πουκάμισο για τα κουνούπια . Έλα θα έχω και παρέα ,»είπε .Ενθουσιάστηκα. Ένιωσα «άντρας ». Θα φύλαγα το στάρι στο αλώνι μαζί με τον πατέρα. Θα κοιμόμουν πρώτη φορά έξω από το…σπίτι. Γρήγορα –γρήγορα βρήκα μακρύ παντελόνι και πουκάμισο με μακριά μανίκια και τον ακολούθησα. Είχε αστροφεγγιά. Γαλανό «της φωτιάς» όλος ο ουρανός. Έκανε ψύχρα. Είχε κουνούπια. « Για να διώξουμε τα φίδια θα τσακίσω ένα σκόρδο. Έρχονται στα άχυρα για ποντίκια » μου είπε. Στρώσαμε και πλαγιάσαμε. Ανάσκελα που ήμουν όλος ο ουρανός «ήταν δικός μου».Δεξιά μου το βουνό « Ζουμπρί», αριστερά μου ο « Βραχωνάς». Προς το κεφάλι μου η Φασκομηλιά, η Σκορπιώνα, ο Αργυρότοπος, το Κούτσι , η ανατολή και προς τα πόδια μου ο «Κάβος», το Ιόνιο ,η Κέρκυρα, η δύση, το ηλιοβασίλεμα. Τα μάτια γέμισαν δάκρυα από το γαλάζιο του ουρανού, από το αγιάζι της νύχτας, από τη συναισθηματική φόρτιση. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.   Ήθελα να κρατώ το κεφάλι μου έξω από το κιλίμι, να κοιτάζω, να βλέπω αλλά δεν με άφηναν τα κουνούπια. Ο πατέρας κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως και άρχιζε να ροχαλίζει. Όλη την ημέρα στο πόδι, όλη την ημέρα στον ήλιο, ήταν κατάκοπος. Πάντα κοιμόταν αμέσως μόλις πλάγιαζε, λες και δεν είχε «σκοτούρες και βάσανα». « Είναι το δώρο που μου έχει κάνει ο Θεός» , έλεγε, και γελούσε. Προσπαθούσα να ξεχαστώ , να κάνω κάτι   ώσπου να με πάρει ο ύπνος.«Να μετρήσω τα αστέρια» είπα. Έφτασα μέχρι τα εκατό. Σταμάτησα ξαφνικά. Σκέφτηκα πως ή μάνα έλεγε να μη μετράμε τα αστέρια γιατί θα βγάλουμε « αστέρια στα χέρια», κάτι «σαν …ελιά». Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Στα άχυρα που ήταν σε απόσταση είκοσι περίπου μέτρων άκουγα φωνές, φωνούλες από μικρά σκυλάκια. Τρόμαξα. Άκουγα και βήματα ζώου που περπατούσε στα άχυρα . Μετά σταμάτησαν τα σκυλάκια. Κάποια σκύλα θα γέννησε στα άχυρα ,είπα, και στεναχωριόμουν γιατί « αύριο το βράδυ δεν θα μπορούσαμε να παίξουμε στα άχυρα». «Μακριά από γεννημένη σκύλα» μας έλεγαν οι γονείς μας. Υπερασπίζεται πολύ τα μικρά της και μπορεί « να σε ξεσκίσει».Η ώρα περνούσε και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ανασηκώθηκα για να υπολογίσω που περίπου είχε γεννήσει η σκύλα, ποια σκύλα ήταν. Ήξερα όλα τα σκυλιά του χωριού αρσενικά και θηλυκά με τα ονόματά τους . Ο τεμπέλης ο« Γκούσιος» του «Θωμά Ληγόρη», η άγρια «Τσιαπάρω» της « Σάνας] κλπ. Η σκύλα ήταν μέσα στα άχυρα. Ακουγόταν μόνο σουρσίματα και η ανάσα της . Ξαναξάπλωσα . Έβαλε το κεφάλι μέσα. Αδύνατο να με πάρει ο ύπνος, «είχα αγριέψει». Ξαφνικά δεξιά μας ακούω σε μικρή απόσταση το θόρυβο δυνατής όσφρησης ζώου που κάτι ψάχνει , που ακολουθεί «τη μυρουδιά, το τορό». Ακουγόταν ευδιάκριτα, καθαρά στην σιγαλιά της νύχτας η όσφρηση του ζώου. Ανασηκώθηκα ελάχιστα το κιλίμι. Ανατρίχιασα . Λίγο έλειψε να βάλω τις φωνές. Έμοιαζε με μεγάλο γερό, γεροδεμένο σκύλο. Είχε σταχτί χρώμα , λαμπερά μάτια. Από όσα μου είχε διηγηθεί ο πατέρας   τις νύχτες του χειμώνα για τους λύκους, έπρεπε να ήταν λύκος. Σφίχτηκε η καρδιά μου. « Μπορεί να επιτεθεί   και στους ανθρώπους όταν πεινάει πολύ » είχε πει . Στη σκέψη αυτή σκούντησα τον πατέρα ελαφρά με το πόδι κάτω από το κιλίμι και κόλλησα το κορμί μου στο δικό του. « Ξύπνα , εδώ γύρω πρέπει να είναι λύκος» του είπα όσο μπορούσα πιο…σιγά. Αντέδρασε ψύχραιμα. Σήκωσε λίγο το κεφάλι από το κιλίμι για να βεβαιωθεί. Σαν να κοίταζε με το ένα μάτι, λοξά και με το κεφάλι μού έκανε νόημα πως ήταν πράγματι λύκος. Έφερε το στόμα του στο αυτί και μου είπε σιγά, ψιθυριστά : « Μη φοβάσαι, μη κινείσαι, μη μιλάς. Κάτι ψάχνει. Κάπου εδώ έχει κάποιο ζώο και θέλει να το φάει». Με το δάκτυλό μου του έκανα νόημα ότι κάτι θέλω να του πω. Έφερε το αυτί του κοντά :« Έχει γεννήσει σκύλα στα άχυρα» του είπα. Κούνησε το κεφάλι   και είπε : « Ας περιμένουμε» . Ο λύκος έκανε ένα γύρω από εμάς , μύρισε το κιλίμι . Είχε κοπεί η ανάσα μου. Με σκεπασμένα τα κεφάλια, ολόκληροι κάτω από το κιλίμι περιμέναμε τι θα κάνει ο λύκος. Οι στιγμές ήταν μεγάλες, ατέλειωτες. Είχα ιδρώσει. Είχα βάλει τα πόδια μου ανάμεσα στα πόδια του πατέρα μου. Μου έπιασε το μπράτσο και το έσφιγγε δυνατά. «Άγιε Σπυρίδωνα βοήθησε και θα σου ανάψω μία λαμπάδα ίσια με το ύψος του παιδιού» ψέλισε. Ο λύκος δεν στάθηκε σε μας. Προχώρησε προς τα άχυρα. Ακουγόταν τα βήματα και η όσφρησή του. Και ξαφνικά άρχισε η πάλη, η μάχη του λύκου και της μάνας σκύλας. Αγώνας μέσα στα άχυρα, δαγκώματα, τούμπες, ένα κουβάρι τα δύο ζώα πάλευαν απεγνωσμένα. Όλα αυτά ακούγονταν πότε πιο κοντά, πότε πιο μακριά, πότε στην «επιφάνεια», πότε πιο «βαθιά» ανάλογα σε πιο βάθος του άχυρου ήταν τα κορμιά τους. Εμείς τι να κάνουμε, πως να βοηθήσουμε ;. Απλά παρακολουθούσαμε « κάτω από το κιλίμι»….Μετά από δέκα λεπτά περίπου σιωπή. Ακουγόταν μόνο ή σκύλα που βογκούσε ανήμπορη και έκλαιγε γοερά για τα παιδιά της , όπως κάνει κάθε μάνα που χάνει τα παιδιά της. Ακούστηκαν και τα βήματα του λύκου μέσα στα άχερα. Φαίνεται πως βρήκε και έφαγε τα σκυλάκια. Μετά ακούστηκαν πηδήματα, σάλτα κατά το βουνό, έτσι σαν να τον κυνηγούσαν. Πήρε τον ανήφορο κατά το βουνό το «Ζουμπρί». « Έφυγε» είπε ο πατέρας. Βγάλαμε τα κεφάλια έξω. Τα βογκητά της σκύλας ακούγονταν καθαρά.« Να πάμε στη σκύλα » είπα στον πατέρα. « Όχι μου είπε. Μπορεί να επιτεθεί σε εμάς. Είναι αγριεμένη. Κάτσε να περιμένουμε να ξημερώσει. Και μέχρι να ξημερώσει μου έλεγε ιστορίες για λύκους :« Είναι επικίνδυνοι όταν είναι κοπάδι και είναι νύχτα. Όταν συναντούν κοπάδι από γελάδια αυτά αρχίζουν να μουγκρίζουν και κάνουν κύκλο. Μέσα στον κύκλο σπρώχνουν τα μοσχάρια ενώ τα ανήμπορα τα γερασμένα πηγαίνουν από μόνα τους για να προστατευθούν. Κάθε ζώο έχει το κεφάλι του, τα κέρατά του προς τα έξω και τα πισινά του προς τα μέσα. Όπου λοιπόν και να επιτεθεί ο λύκος βρίσκει …κέρατα. Σε κάθε βόδι που πλησιάζει ο λύκος του ορμάει για να το χτυπήσει με τα κέρατα χωρίς όμως να απομακρύνεται πολύ από τον κύκλο και προλάβουν οι άλλοι λύκοι και το απομονώσουν». Μου φάνηκαν ατέλειωτες οι ώρες, ατέλειωτη η νύχτα παρόλο που …. « έφυγε ο λύκος» και δεν κινδυνεύαμε. Με τα χάραγμα σηκωθήκαμε. Πλησιάσαμε προς τα άχυρα. Η σκύλα είχε ψοφήσει. Τα άχυρα ήταν άνω κάτω από την πάλη. Υπήρχαν σταγόνες από το αίμα των κουταβιών.Ο πατέρας έριξε μία ματιά γύρω. Έκανε το σταυρό του .« Δόξα το Θεό γλιτώσαμε. Την Κυριακή στη χάρη του Αγίου Σπυρίδωνα θα ανάψω ένα κεράκι. Την λαμπάδα που του έταξα θα την πάω ο ίδιος στην Κέρκυρα». Μαζέψαμε το κιλίμι, την ψάθα, τα μαξιλάρια τα οποία πήρε ο πατέρας και τράβηξε για το σπίτι. Εγώ   ακολουθούσα κρατώντας το παντελόνι του πατέρα που φορούσα και το ανασήκωνα γιατί σερνόταν. Είπαμε στη μάνα όσα έγιναν τη νύχτα. «Άκουσα τη σκύλα, αλλά δεν πήγε ο νους σε λύκο. Και σου έχω πει να μην κάνεις αλώνι την Παρασκευή. Δεν μου πηγαίνει, το έχω σε κακό. Πάντα κάτι παθαίνουμε. Πήρες και το παιδί κοντά», είπε η μάνα.«Το ήξερα, το ξέρω , αλλά ο αγωγιάτης κανονίζει. Έπεσε Παρασκευή, τι να κάνω ;» είπε ο πατέρας.«Θα ανάψω το καντήλι στη χάρη της », είπε η μάνα. Θρησκευόμενοι, απλοί άνθρωποι, όχι θρησκόληπτοι είχαν βρει ή έτσι νόμιζαν τη διέξοδο, τη χαραμάδα στις δύσκολες στιγμές. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν ;

Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, έχει και συνέχεια. Μετά από λίγη ώρα μάθαμε ότι εκατόν περίπου μέτρα από το αλώνι ο λύκος είχε φάει τη… « γομάρα» του Τάση Πέτρου. Τη βρήκαν το πρωί να στέκεται περίεργα όρθια, έτσι σαν βαλσαμωμένη. Ήταν μια γαιδούρα μεγαλόσωμη, γεροδεμένη και ψηλή, έτσι σαν « μουλάρι». Από τα δύο πισινά της πόδια είχε κόψει τα… μπούτια της και έτρεχαν αίματα. Ωστόσο ήταν ζωντανή , βογκούσε αλλά ήταν ακόμη ζωντανή. Την περιποιήθηκαν με τους πρακτικούς τρόπους που ήξεραν, σαν να ήταν άνθρωπός τους και την «έκαναν καλά» και έζησε πολλά χρόνια.

Τα χρόνια   περνούσαν. Όσο ήμουν στο χωριό και στις μικρές τάξεις του Γυμνασίου έπαίζα με τα άλλα παιδιά στο αλώνι ,στα άχυρα. Σαν έφυγα στην Αθήνα και ερχόμουν στο χωριό πήγαινα στο αλώνι και κλείνοντας τα μάτια « ζούσα κάθε φορά όσα έγιναν εκείνη τη νύχτα με το λύκο». Εδώ και μερικά χρόνια το αλώνι δεν υπάρχει. Κάποιοι βάρβαροι έβγαλαν τις πλάκες, πήραν τις πλάκες και τις πέτρες από τα γύρω πεζούλια για να στρώσουν την αυλή τους , για να φτιάξουν ξερολιθιά στον κήπο τους. Έχει απομείνει ένας υπερυψωμένος χωμάτινος όγκος. Έγινε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Για μένα το αλώνι «υπάρχει, είναι εκεί»..Το έχω «κρατήσει» στην ψυχή μου και σε φωτογραφίες. Από τότε που το βρήκα «γυμνό, ξεδοντιασμένο» δεν ξαναπήγα , δεν ξαναπέρασα, δεν ξαναπηγαίνω, δεν ξαναπερνώ. Δεν το αντέχω.

Την ιστορία αυτή τη θυμήθηκα   όταν είδα ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση για τους λύκους. Θυμάμαι ακόμη πως την είχα διηγηθεί στα παιδιά και την είχα γράψει σε μία κασέτα μαγνητοφώνου με την ένδειξη « Ένας λύκος στο αλώνι». Θα ψάξω να την βρω, να την ακούσω πάλι. Θέλω να την αφήσω στα δικά μου παιδιά να την έχουν. Ίσως κάποτε την ακούσουν τα δικά τους παιδιά. Αν δημοσιευθεί στην εφημερίδα θα την κρατήσω για να τη διαβάσουν «όταν μάθουν γράμματα». Θα είναι μία ιστορία του …παππού με τη φωνή του και την γραφή του…….

 Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου

Άλιμος 25 Οκτωβρίου 2003

About Χρήστος Ευαγγέλου